Παρασκευή 29 Μαΐου 2015
Ρωμηοί απροσκύνητοι μιλάνε για την Άλωση
Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ, ιατρός
Ο Ιωσήφ Βρυένιος , ονομαστός διδάσκαλος του Γένους μας, σε λόγο του ενώπιον του αυτοκράτορα, τριανταπέντε χρόνια πριν από την Άλωση, όρισε την αιτία, της διαφαινόμενης πτώσης της Πόλης, με τα παρακάτω λόγια:
’’Όλοι οι Χριστιανοί έγιναν υπερήφανοι, αλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι,
αχάριστοι, απειθείς, λιποτάκται, ανόσιοι, αμετανόητοι, αδιάλλακτοι.
Έγιναν οι άρχοντες κοινωνοί ανόμων, οι υπεύθυνοι άρπαγες, οι κριτές
δωρολήπτες, οι μεσίτες ψευδείς, οι νεώτεροι ακόλαστοι, οι αστοί
εμπαίκτες, οι χωρικοί άλαλοι και οι πάντες αχρείοι. Χάθηκε ευλαβής από
της γης, εξέλιπε στοχαστής, ουχ εύρηται φρόνιμος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επέπεσαν εκ δυσμών και εξ ανατολών διάφοροι εχθροί και λυμαίνονται την αυτοκρατορία’’.Ο Ιωσήφ Βρυένιος , ονομαστός διδάσκαλος του Γένους μας, σε λόγο του ενώπιον του αυτοκράτορα, τριανταπέντε χρόνια πριν από την Άλωση, όρισε την αιτία, της διαφαινόμενης πτώσης της Πόλης, με τα παρακάτω λόγια:
Στο τέλος της ομιλίας του, ως ανάχωμα στην επερχόμενη Άλωση, πρότεινε, σε όλους, μετάνοια και υπακοή στις εντολές του Θεού.
Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ήταν μαθητής του Ιωσήφ Βρυένιου και ως επίσκοπος Εφέσου, συμμετείχε και αυτός σ’ εκείνη την ψευτοσύνοδο της Φερράρας, στην οποία, δεκαπέντε χρόνια πριν από την Άλωση, σύρθηκαν οι Έλληνες κάτω από την απειλή των Τούρκων και τις εκβιαστικές απαιτήσεις του πάπα, να ζητήσουν βοήθεια από την Δύση.
Τελικά, την δυσσεβή εκείνη συμφωνία περιφρόνησης της Ανατολικής Ορθόδοξης παράδοσης και της υποταγής μας στην παπική αίρεση, την υπέγραψαν όλοι, πλην ενός. Του Μάρκου του Ευγενικού.
Θα μου πείτε, και τι θα μπορούσε να πετύχει η αντίσταση του ενός; Και όμως! Τα αποτελέσματα της αντίστασης, του ενός και μόνον, προέκυψαν καθοριστικά.
Πρώτον, ανάγκασε τον τότε πάπα να παραδεχθεί την πλήρη αποτυχία του, στην προσπάθειά του να υποτάξει την Ορθοδοξία, λέγοντας την γνωστή φράση: ’’Ει Μάρκος ουχ υπέγραψεν, ουδέν εποιήσαμεν’’. Εάν ο Μάρκος δεν υπέγραψε, δεν κάναμε τίποτε.
Και δεύτερον, η αντίσταση του ενός παραδειγμάτισε τόσο δυνατά τους Ρωμηούς, που πίστεψαν ακράδαντα, ότι τα Έθνη χάνονται, όχι όταν απωλέσουν την κρατική τους οντό¬τητα, αλλά όταν χάσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα, δηλαδή, την ψυχή τους.
Ο Γεννάδιος Σχολάριος, εξέχων λόγιος, μαθητής του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού και πρώτος Πατριάρχης του υπόδουλου Γένους, μέσα από τις διασωθείσες επιστολές του, παραδίδει υψηλής πνευματικής και πολιτικής στάθμης μαθήματα, όχι μόνον για τους Ρωμηούς των ημερών του, αλλά και για ολόκληρη την σύγχρονη Ρωμηοσύνη, που όλο και ανθεί σε ολόκληρη την οικουμένη.
Ανάμεσα στα άλλα γράφει ο Γεννάδιος:
’’ Οι ηγέτες πρέπει να ξυπνήσουν την Πόλη, που φαίνεται ότι κοιμάται.
Οι περισσότεροι νομίζουν, ότι θα σωθούν χωρίς θυσίες, διότι πιστεύουν στην σκιά και στο παραμύθι της παπικής βοήθειας, αφού προηγηθεί η προδοσία της Πίστεως.
Αυτό, που απαιτείται, είναι η τόνωση του φρονήματος του λαού και όχι μοιρολατρική εγκαρτέρηση και ηττοπάθεια. Εάν χρειαστεί, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι και την ζωή μας ακόμη να θυσιάσουμε.
Όσες φορές η Πόλη εναπέθετε τις ελπίδες της στον Θεό και όχι σε δυσσεβείς συμμαχίες ανθρώπων, εσώζετο.
Πώς, όμως, να κρατήσει το θάρρος του ο λαός και να πιστέψει στην σωτηρία της Βασιλεύουσας, όταν βλέπει τους πλουσίους και τους μορφωμένους να φεύγουν στην Δύση και στις αυλές των Φράγκων ηγεμόνων, με τις περιουσίες τους και τις ανέσεις τους, απ’ όπου δήθεν φροντίζουν να στείλουν βοήθεια’’;
Η Πόλις εάλω. Η Ρωμιοσύνη, όμως, δεν έσβησε ποτέ.
Το Πνεύμα της Ρωμηοσύνης, παρά τα μύρια εμπόδια, κατάφερε να φτάσει, μέχρι και τις ημέρες μας, ακέραιο και ρωμαλέο.
Είναι το πνεύμα των ησυχαστών Πατέρων της Εκκλησίας μας, που οι δυνάμεις του σκότους το τρέμουν και το πολεμάνε με μανία, από τότε μέχρι και σήμερα.
Είναι εκείνο το Πνεύμα, που σαν ωριμάσει στις ψυχές μας, θα φέρει και την πολυπόθητη λύτρωση του Γένους μας από την σημερινή ‘’κάμινο του πυρός, την καιομένη επταπλασίως’’.
29/5/2015
ΚΑΙ ΟΜΩΣ! Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΖΕΙ
Γράφει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός | Εφ. Δημοκρατία
Τόν 4ο αἰ. μ. Χ. ἐμφανίζεται ἓνα ὁλότελα νέο κρατικό μέγεθος στήν ἱστορία καί μαζί του γεννιέται ἓνας νέος κόσμος.
Εἶναι ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης ἢ ὃπως ὀνομάζεται ἢδη ἀπό τόν 4ο αἰ., ἡ Ρωμανία.
Στά ὃρια τῆς
ἀνανεώσεως τῆς αὐτοκρατορίας ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μεταφέρει τήν
πρωτεύουσα (τήν Παλαιά Ρώμη, ἑλληνική πόλη καί αὐτή) στήν Ἀνατολή.
Γι’ αὐτό ἡ Νέα Ρώμη θά ὀνομασθεῖ πρός τιμή του καί Κωνσταντινούπολη.
Ἡ Ρωμαϊκή
αὐτοκρατορία μεταστοιχειώνεται σέ «ἐπώνυμον τοῦ Χριστοῦ Πολιτείαν».
Διαμορφώνεται συνάμα μία νέα συνείδηση καί νέα πολιτειακή ἰδεολογία.
Εἶναι ἡ αὐτοκρατορική ἰδέα γιά τήν προοδευτική ἐνσωμάτωση ὃλων τῶν Λαῶν τῆς Οἰκουμένης στήν χριστιανική Πίστη.
Τά στηρίγματα
τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκή Οἰκουμένη καί νέα
πολιτειακή ἰδεολογία, ὁ Χριστιανισμός ὡς πατερική Ὀρθοδοξία καί ἡ
Ἑλληνικότητα (γλώσσα, πολιτισμός, παιδεία).
Αὐτό ἐκφράζει
τό γνωστό τροπάριο τῆς ἁγίας Κασσιανῆς: «Ὑπό μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον
αἱ πόλεις γεγένηνται, καί εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τά ἒθνη
ἐπίστευσαν».
Ἡ χριστιανική
πίστη εἶναι τό συνδετικό στοιχεῖο ὃλης τῆς αὐτοκρατορίας καί αὐτό
ἀλλοιώνει ἡ αἳρεση, πού δέν εἶχε μόνο θεολογικό, ἀλλά καί πολιτικό
χαρακτήρα.
Κύριο στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ ἁρμονική ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) στήν ὑπερεθνικότητα.
Τό φυλετικό
στοιχεῖο δέν ἒθιγε τήν ἑνότητα στό ἓνα ἐκκλησιαστικό σῶμα. Ἀληθινοί
ἡγέτες, ἂλλωστε, ἦσαν οἱ Ἃγιοι καί τό ὑπέρτατο ἰδανικό δέν ἦταν ἡ
πολιτική δύναμη ἢ ἡ κοσμική σοφία, ἀλλά ἡ ἁγιότητα, ὡς θέωση.
Γι’ αὐτό ἡ μελέτη τοῦ «Βυζαντίου»/Ρωμανίας χωρίς γνώση τῆς Θεολογίας εἶναι ἀδύνατη.
Καρδιά τῆς
αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ ἑλληνικότητα (γλώσσα, παιδεία, πολιτισμός). Ἀπό τόν
Ἰουστινιανό (6ος αἰ) μέχρι τόν Ἡράκλειο (7ος αἰ.) ἐξελληνίζεται καί ἡ
κρατική διοίκηση (Νεαρές).
Ἡ Λατινική
γλώσσα ὑποχωρεῖ (στήν Ἀνατολή) καί στή διγλωσσία τῆς αὐτοκρατορίας
(Λατινικά καί Ἑλληνικά) τό βάρος πέφτει στά ἑλληνικά.
Ἡ ὑπερεθνική
ἓνωση μέσα στήν Ὀρθοδοξία ὁδηγεῖ στό οἰκουμενικό ἒθνος («ἒθνος ἃγιον»,
Α΄ Πέτρ. 2,9), τό «Γένος τῶν Ρωμαίων», τῶν Ὀρθοδόξων πολιτῶν τῆς
αὐτοκρατορίας, μία χριστιανική κοινοπολιτεία μέ ἀπόλυτο κέντρο τήν Ἁγία
Τράπεζα τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς.
Εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ συγγένεια ἢ παγγένεια τῶν Πολιτῶν τῆς Ν. Ρώμης, Ρωμαίων, Νεο-Ρωμαίων (ἀπό τήν Πόλη) καί ἁπλούστερα Ρωμηῶν.
Ὁ Μ.
Κωνσταντῖνος ἐθεμελίωσε τήν ἒννοια τοῦ Γένους, ὃλων τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν
τῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτή ἡ ἑνότητα θά ἐπιβιώσει καί μετά τίς δύο ἁλώσεις
(φραγκική τοῦ 1204 καί ὀθωμανική τοῦ 1453).
Ἡ ἑνιαία ὃμως
οἰκουμενική συνείδηση τῶν Ρωμηῶν (ὀρθοδόξων πολιτῶν τῆς Νέας Ρώμης) θά
ὑπονομευθεῖ ἀπό τήν φραγκική προπαγάνδα γιά τόν ἐκδυτικισμό τους.
Ταύτιση τῆς ἐθνικότητας μέ τή γλώσσα δέν γνωρίζει ἡ Ρωμανία.
Αὐτό ἐπιβλήθηκε ἀπό τούς δυτικοευρωπαίους τόν 19ο αἰώνα.
Τό εὐρωπαϊκό
σκάνδαλο ὃμως δέν ἀπουσιάζει, πού ἀνατρέπει αὐτή τήν νοοτροπία! Οἱ
Ἐλβετοί μιλοῦν τρεῖς γλῶσσες, γαλλικά-γερμανικά-ἰταλικά, ἀλλά ἐθνικά
εἶναι μόνο Ἑλβετοί.
Τά ρωμαίϊκα (ἁπλά ἑλληνικά) ἦταν ἡ κοινή γλώσσα τῆς αὐτοκρατορίας μέχρι τόν 19ο αἰώνα καί ἐξασφάλιζαν τήν ἑνότητά της.
Μέ τήν
κοινή πίστη, τήν Ὀρθοδοξία, τήν κοινή λατρεία, τήν κοινή πνευματική ζωή
καί τήν κοινή κανονική τάξη συνεχίσθηκε ἡ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Λαῶν
τῆς αὐτοκρατορίας, χωρίς νά καταργοῦνται οἱ ἐθνικές ταυτότητες
(συνείδηση τῆς καταγωγῆς) μέσα στήν ἐν Χριστῷ ὑπερεθνικότητα.
Ὁ ἐθνικισμός, ὡς φυλετισμός, μέ τόν τονισμό τῆς ἐθνικότητας, θά ἀναπτυχθεῖ μετά τό 1204 καί θά κορυφωθεῖ τόν 19ον αἰώνα.
Ἡ ἐθνική (ἐθνικιστική) ἰδέα θά καλλιεργηθεῖ ἀπό τό τέλος τοῦ 18ου αἰώνα (διαφωτισμός, σχολική ἐκπαίδευση).
Ἒτσι θά προκύψουν οἱ βαλκανικοί ἐθνικισμοί
μέ ἂμεση συνέπεια τά ἐκκλησιαστικά αὐτοκέφαλα (διάλυση τῆς ρωμαίϊκης
ἑνότητας), διάλυση τῆς ἐθναρχίας καί τῆς αύτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης,
πού συνεχιζόταν σ’ αὐτή.
Τό 1872 πανορθόδοξη σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη καταδικάζει τόν «ἐθνοφυλετισμό» (τήν εἲσοδό του στήν Πίστη) ὡς αἳρεση.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ρωμανίας καί ἡ συνέχεια τῆς οἰκουμενικῆς ρωμαίϊκης ἰδέας ἐξασφαλίζεται στά ὃρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας.
Ὁ
ἐκκλησιαστικός χῶρος, ὃταν καί ὃπου κυριαρχεῖ τό πατερικό φρόνημα, μένει
πάντα πιστός στήν ἐν Χριστῷ οἰκουμενικότητα καί τήν πανενότητα τῶν
Ρωμαίων-Ρωμηῶν-Ὀρθοδόξων.
Ὃπου ὃμως ἐπικρατεῖ τό κοσμικό φρόνημα, ἐκεῖ ὑπερισχύει ἓνας νοσηρός ἐθνικισμός (φυλετισμός).
Μέ τήν
ἐπιβίωση τῶν ἐθναρχιῶν τῶν κατακτημένων ἐδαφῶν της ἡ Ρωμανία
(αὐτοκρατορία) ζεῖ: Ἐθναρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τοῦ
Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων καί τῆς
Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου.
Ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν τῶν ἐθναρχικῶν κέντρων ἒσωσε καί σώζει καί ἐδαφικά-δικαιοδοσιακά τήν παλαιά γεωγραφική ἒκταση τῆς Ρωμανίας.
Ἡ διάσωση δέ καί συνέχεια τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων καί τῆς πατερικότητας τοῦ φρονήματος σώζει καί πνευματικά τή Ρωμανία.
Εἰς πεῖσμα τῶν καιρῶν καί τῶν ὁποιωνδήποτε
ἀλλαγῶν τους. Αὐτό διεκήρυσσε σθεναρά ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
Καί εἶχε δίκιο!
29 Μαϊου 1453: Η αποφράδα ημέρα μέσα από τη μοναδική ιστορική αφήγηση του Γ. Φραντζή
Οι
δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα [Κωνσταντίνου
Παλαιολόγου] έσφιξαν την καρδιά τους, αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι
μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παιδιά, τη
γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθελαν όλοι να πεθάνουν για τη
σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να
φυλάξουν τα τείχη της πόλης.
Ο
αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε
με δάκρυα στα μάτια και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν
και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε
συγνώμη από όλους.
Ποιος
μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρήνους και τους οδυρμούς που
ακούστηκαν τότε στο παλάτι; Κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να μείνει
ασυγκίνητος, ακόμα κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.
Ύστερα
ανεβήκαμε στα άλογά μας, βγήκαμε από τα ανάκτορα και κάναμε επιθεώρηση
στα τείχη για να ενθαρρύνουμε τους φρουρούς που κρατούσαν άγρυπνοι τις
θέσεις τους. Εκείνη τη νύχτα όλοι βρίσκονταν στα τείχη και τους πύργους,
ενώ είχαμε κλείσει προσεκτικά όλες τις πύλες ώστε να μην μπορεί να μπει
ή να βγει κανένας.
Όταν
φτάσαμε στην Καλιγαρία, την ώρα που λαλούσαν για πρώτη φορά τα κοκόρια,
ξεπεζέψαμε και ανεβήκαμε στον πύργο. Από εκεί ακούγαμε φωνές και δυνατό
θόρυβο έξω από την πόλη. Οι φύλακες μας είπαν ότι αυτό γινόταν όλη τη
νύχτα επειδή οι εχθροί έσερναν τις πολεμικές μηχανές τους κοντά στην
τάφρο, προετοιμαζόμενοι για την επίθεση. Επίσης τα μεγάλα εχθρικά πλοία
άρχισαν να κινούνται, προσπαθώντας να φέρουν στην ακτή τις γέφυρες που
είχαν κατασκευάσει.
Οι
Τούρκοι άρχισαν με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή την επίθεση τη στιγμή που
λαλούσαν τα κοκόρια για δεύτερη φορά, χωρίς να δώσουν κανένα σύνθημα,
όπως είχαν χάνει και τις προηγούμενες φορές. Ο σουλτάνος διέταξε να
επιτεθούν πρώτοι οι λιγότερο έμπειροι, μερικοί ηλικιωμένοι και αρκετοί
νέοι, ώστε να μας κουράσουν, και στη συνέχεια να ριχτούν εναντίον μας οι
πιο έμπειροι και γενναίοι με μεγαλύτερη τόλμη και δύναμη. Έτσι λοιπόν ο
πόλεμος άναψε σαν καμίνι. Οι δικοί μας αντιστέκονταν με πείσμα,
χτυπούσαν άγρια τους εχθρούς και τους γκρέμιζαν κάτω από τα τείχη,
καταστρέφοντας συγχρόνως και πολλές από τις πολιορκητικές τους μηχανές.
Οι
νεκροί ήταν πολλοί και από τις δυο πλευρές, ιδίως όμως από το εχθρικό
στρατόπεδο. Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού καθώς
προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη
αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από
τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης.
Ακούστηκαν
τότε τα τύμπανα, οι σάλπιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φωνές
και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί. Τότε όλοι οι
Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη
συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ'
αυτές και έριχναν αδιάκοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας. Η φρικτή
και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα
έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές
γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παραθαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να
γυρίσουν πίσω άπρακτα.
Οι
πολεμικές μηχανές, που έριχναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν
πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια
και χειρότερα. Ήταν πολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και
τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Οι δικοί μας
έκαιγαν τις εχθρικές πολεμικές μηχανές με το «υγρό πυρ», γκρέμιζαν τις
σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που
επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα
και τόξα.
Όπου
έβλεπαν συγκεντρωμένους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλεβόλα,
σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς. Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από
τη σθεναρή αντίσταση που συναντούσαν ώστε θέλησαν να κάνουν λίγο πίσω
για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες και οι ραβδούχοι της τουρκικής
Αυλής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα για να μην
υποχωρήσουν.
Ποιος
μπορεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα
δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό.
Μερικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους εχθρούς να υποφέρουν, τους
φώναζαν: «Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας
νικήσετε;» Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους,
ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των
άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην
κορυφή του τείχους.
Οι
σκληρότερες μάχες έγιναν στις πύλες, όπου οι αντίπαλοι συγκρούονταν με
τα σπαθιά στα χέρια και οι νεκροί ήταν αμέτρητοι. Όταν η παράταξη μας
άρχισε να υποχωρεί, τότε πετάχτηκαν μπροστά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο
Δημήτριος Καντακουζηνός, δύο γενναίοι άντρες που έτρεψαν τους αγαρηνούς
σε φυγή, τους γκρέμισαν κάτω από τα τείχη και τους σκόρπισαν. Συγχρόνως
έτρεξαν σε βοήθεια κι άλλοι δικοί μας, ενώ ο αυτοκράτορας που βρέθηκε
εκεί έφιππος τους ενεθάρρυνε και τους παρακινούσε να πολεμάνε με σθένος,
λέγοντας: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του
Θεού να κρατάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των
εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δε μας χτυπούν πλέον
με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να
νιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στεφάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο
στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί
δειλία στους άπιστους».
Τη
στιγμή που μιλούσε ο αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πληγώθηκε από
βέλος στο πάνω μέρος του δεξιού του ποδιού. Αυτός ο τόσο έμπειρος
πολεμιστής, στον πόλεμο, βλέποντας το αίμα να τρέχει από το σώμα του,
έγινε κίτρινος από φόβο. Έχασε αμέσως το θάρρος του, σταμάτησε να
αγωνίζεται και έτρεξε να βρει γιατρό σιωπηλός, χωρίς να σκέφτεται την
ανδρεία και την καρτερικότητα που είχε δείξει μέχρι τότε. Δεν είπε όμως
τίποτα στους συντρόφους του ούτε άφησε κανέναν αντικαταστάτη, για να μην
προκληθεί σύγχυση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία.
Οι
στρατιώτες του τον αναζήτησαν με το βλέμμα και, μαθαίνοντας ότι είχε
φύγει, καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. Ευτυχώς, ο αυτοκράτορας που
βρέθηκε εκεί κατά τύχη, τους είδε ταραγμένους και φοβισμένους σαν τα
κυνηγημένα πρόβατα και θέλησε να μάθει την αιτία. Όταν λοιπόν είδε το
στρατηγό του Ιουστινιάνη να φεύγει, τον πλησίασε και του είπε: «Γιατί το
έκανες αυτό, αδερφέ μου; Γύρνα πίσω στη θέση σου. Η πληγή είναι
ασήμαντη και η παρουσία σου απαραίτητη. Η πόλη στηρίζεται σε σένα για να
σωθεί». Του είπε και άλλα πολλά, αλλά εκείνος δεν έδωσε απάντηση.
Αντίθετα, έφυγε και πήγε στο Πέραν, όπου πέθανε ντροπιασμένος από λύπη
για την περιφρόνηση των άλλων.
Οι
Τούρκοι όμως είδαν την ταραχή των δικών μας και πήραν θάρρος. Ο Σογάν
πασάς κέντρισε με κατάλληλα λόγια τη φιλοτιμία των γενιτσάρων και των
άλλων στρατιωτών, ενώ ένας γιγαντόσωμος γενίτσαρος (που λεγόταν Χασάν
και καταγόταν από το Λουπάδι της Κυζίκου) έβαλε με το αριστερό χέρι την
ασπίδα πάνω από το κεφάλι του, τράβηξε με το δεξί το σπαθί, ανέβηκε στο
σημείο του τείχους όπου είχαν αρχίσει να υποχωρούν οι δικοί μας και
ρίχτηκε πάνω τους. Τον Χασάν ακολούθησαν περίπου άλλοι 30 Τούρκοι που
θέλησαν να φανούν εξίσου γενναίοι. Όσοι από τους δικούς μας είχαν
απομείνει εκεί έριξαν τεράστιες πέτρες και βέλη εναντίον τους,
γκρεμίζοντας τους 18 κάτω από τα τείχη, αλλά ο Χασάν κατάφερε να ανεβεί
και να τρέψει σε φυγή τους χριστιανούς.
Μετά
την επιτυχία του, πολλοί άλλοι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία να τον
ακολουθήσουν και να σκαρφαλώσουν στα τείχη, αφού οι ελάχιστοι δικοί μας
δεν κατάφεραν να τους εμποδίσουν. Πολέμησαν όμως με θάρρος και σκότωσαν
πολλούς. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο Χασάν χτυπήθηκε από πέτρα και
έπεσε κάτω. Μόλις τον είδαν οι δικοί μας πήραν θάρρος και τον
λιθοβολούσαν από όλες τις πλευρές. Εκείνος σηκώθηκε στα γόνατα και
συνέχισε να πολεμά, αλλά το δεξί του χέρι δέχτηκε αμέτρητα τραύματα από
βέλη και έπεσε παράλυτο.
Στη
σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι
μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο. Το πλήθος όμως εκείνων που είχαν
ανεβεί στα τείχη διασκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειψαν το
εξωτερικό και έτρεξαν μέσα στην πόλη με τόση βία ώστε ο ένας πατούσε τον
άλλο. Καθώς συνέβαιναν αυτά, ακούστηκαν φωνές από μέσα, από έξω και από
το μέρος του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο. Στους πύργους στήθηκαν
σημαίες και λάβαρα».
Οι
φωνές αυτές έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, ενώ έδωσαν καινούριο
θάρρος στους εχθρούς που άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη άφοβα και με
αλαλαγμούς χαράς.
Όταν
ο δυστυχισμένος αυτοκράτορας και δεσπότης μου είδε αυτό το θέαμα,
παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα στα μάτια και παρακινούσε τους στρατιώτες
να φανούν γενναίοι. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα
βοήθειας ή συμπαράστασης. Τότε τσίγκλησε το άλογό του, έφτασε στο σημείο
από όπου οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη και ρίχτηκε πάνω τους όπως ο
Σαμψών κατά των αλλοφύλων. Στην πρώτη του επίθεση τους γκρέμισε όλους
κάτω από τα τείχη, πράγμα που φάνηκε σαν θαύμα σε όσους το είδαν.
Μουγκρίζοντας σαν λιοντάρι και κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι,
έσφαξε τόσους πολλούς Τούρκους ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τα
χέρια και τα πόδια του.
Ο
Φραγκίσκος Τολέντο, φάνηκε ανώτερος ακόμα και από τον Αχιλλέα.
Πολεμώντας στα δεξιά του αυτοκράτορα, κομμάτιαζε τους εχθρούς με δόντια
και με νύχια. Το ίδιο έκανε και ο Θεόφιλος Παλαιολόγος. Βλέποντας τον
αυτοκράτορα να αγωνίζεται για να σώσει την πόλη που κινδύνευε, φώναξε
κλαίγοντας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω». Ύστερα όρμησε
κραυγάζοντας πάνω στους εχθρούς και σκότωσε ή έτρεψε σε φυγή όσους
βρέθηκαν μπροστά του. Ο Ιωάννης Δαλμάτης, που βρέθηκε κι αυτός στο ίδιο
μέρος, πολεμούσε με ηρωισμό σαν γενναίος στρατιώτης που ήταν. Όσοι
βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης θαύμασαν την τόλμη και την ανδρεία των
εξαιρετικών εκείνων ανδρών.
Οι
επιθέσεις επαναλήφθηκαν δύο και τρεις φορές, μέχρι που κατάφεραν να
τρέψουν τους απίστους σε φυγή, να σκοτώσουν πολλούς και να γκρεμίσουν
άλλους κάτω από τα τείχη. Οι στρατιώτες μας πολέμησαν με μεγάλη
γενναιότητα και στο τέλος έπεσαν νεκροί, αφού προηγουμένως είχαν
προξενήσει τεράστιες απώλειες στους εχθρούς. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν
επίσης κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι εχθροί είχαν στήσει τη
μεγάλη ελέπολη και το φοβερό κανόνι, με τα οποία γκρέμισαν τα τείχη και
κατάφεραν να πρωτομπούν στην πόλη. Τη στιγμή εκείνη εγώ δε βρισκόμουν
κοντά στον αυτοκράτορα και δεσπότη μου, επειδή είχα πάει να επιθεωρήσω
ένα άλλο σημείο της πόλης, σύμφωνα με τη διαταγή του.
Όταν
μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν
απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν
κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου,
του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την
Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν
πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την
πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν
παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την
ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το
πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους.
Παρά
τις υποσχέσεις του όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους
πείσει να αφήσουν τους πύργους και να φύγουν. Δύο αδέρφια, οι Ιταλοί
Παύλος και Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη
θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τους σκοτώθηκαν
πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς
μέσα στην πόλη και είπε στον αδερφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε
και θρήνησε γη.
Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».
Έτσι
οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453,
στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν
μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα
μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το
θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές
γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες
σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ
έκλαιγαν και οδύρονταν.
Ποιος
μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη
βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν
στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για
λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν
τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους
πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι
στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και
άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα.
Άρπαζαν
τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά
λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν
αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.
Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου!
Μέσα
στην απέραντη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο
της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το
αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους
τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό
Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες
και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη
θρηνήσει για την άγια εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που
έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις
εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες,
φόνοι και βιασμοί.
Οι
ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε
όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα
κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη
βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν
χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν
την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον
πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.
Την
τρίτη μέρα μετά την άλωση ο σουλτάνος έδωσε εντολή να γίνουν γιορτές
και πανηγύρια για τη μεγάλη νίκη, και διέταξε να βγουν έξω ελεύθερα και
άφοβα όσοι ήταν κρυμμένοι σε διάφορα μέρη της Πόλης, μικροί και μεγάλοι.
Διέταξε επίσης να γυρίσουν στα σπίτια τους όσοι είχαν φύγει εξαιτίας
του πολέμου και να ζήσουν εκεί όπως πριν, σύμφωνα με το δίκαιο και τη
θρησκεία τους. Ακόμα, έδωσε διαταγή να εκλέξουν πατριάρχη σύμφωνα με τα
έθιμα τους. αφού ο προηγούμενος πατριάρχης είχε πεθάνει. Οι αρχιερείς
και οι ελάχιστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί που έτυχε να βρίσκονται στην
πόλη διάλεξαν για το αξίωμα αυτό το Γεώργιο Σχολάριο, που ήταν ένας πολύ
καλλιεργημένος πολίτης, τον οποίο χειροτόνησαν πατριάρχη και τον
ονόμασαν Γεννάδιο.
Σημείωση: Ο
πρωτοβεστιάριος, δηλαδή αρχιθαλαμηπόλος, Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής
(1401-1480) ήταν ο μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός αυτόπτης μάρτυρας της
κοσμοϊστορικής κατάληψης Πόλης από τους Τούρκους.
Πέμπτη 28 Μαΐου 2015
"Τρελός", ελεύθερος, ταπεινός, κρυμμένος, γεμάτος αγάπη - Άγιος Ανδρέας ο σαλός (28 Μαΐου)
Διά Χριστόν σαλοί (=τρελοί για χάρη του Χριστού ή εξαιτίας του Χριστού) είναι κάποιοι άγιοι, που παρίσταναν τους τρελούς, για να αποφεύγουν την τιμή από τους ανθρώπους. Συγχρόνως, με την αλλοπρόσαλλη και ενίοτε προκλητική συμπεριφορά τους, περνούσαν διάφορα μηνύματα στην κοινωνία του τόπου, όπου ζούσαν.
Σαλοί άγιοι και πνευματικοί αγωνιστές (άντρες και γυναίκες) υπάρχουν και σήμερα. Δείτε τη σχετική ενότητα στο blog μας.
Για το μεγάλο σαλό άγιο Ανδρέα, αναδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το αφιέρωμα Η θεία τρέλα & οι αναρχικοί της Ορθοδοξίας.
Για το μεγάλο σαλό άγιο Ανδρέα, αναδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το αφιέρωμα Η θεία τρέλα & οι αναρχικοί της Ορθοδοξίας.
Ένας από τους αντιπροσωπευτικούς αγίους Σαλούς, είναι ο Άγιος Αντρέας ο Σαλός, ο οποίος έζησε τον πέμπτο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και η ιστορία του είναι πράγματι χαρακτηριστική της θείας Σαλότητάς του.
Η στροφή του Αγίου, που ήταν «τω γένη Σκύθης», στη Σαλότητα, έγινε μετά από ένα όραμα που είχε σε μία ολονύχτια προσευχή, που, όπως μαρτυρεί ο ίδιος, ο Χριστός τον κάλεσε να γίνει «Σαλός δια Αυτόν». Την επόμενη μέρα αφού σηκώθηκε και έκανε την προσευχή του, πήρε ένα μαχαίρι και πήγε σε ένα πηγάδι κοντά στο υπνοδωμάτιο του κυρίου του. Εκεί έβγαλε τον χιτώνα του και άρχισε να τον ξεσκίζει σαν επιληπτικός και να τον κόβει σε μικρά κομμάτια. Πρόφερε μάλιστα λόγια συγκεχυμένα και άκρατες φωνές όπως οι παράφρονες. Οι οικείοι τον κοιτούσαν με βαθιά λύπη, καθώς νόμιζαν ότι είχε παραφρονήσει τελείως.
Η σκληρή ζωή του Αντρέα περιγράφεται από τον βιογράφο του Νικηφόρο, με εκφράσεις έντονα χαρακτηριστικές. «Ήταν μία ζωή παρόμοια με εκείνη των σκυλιών. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις την ξεπερνάει σε τραχύτητα ενώ τα παιχνίδια του μέσα στον κόσμο ήταν δύσκολα και επικίνδυνα. Συχνά έτρωγε ξύλο και ξεφτιλίζονταν με τον χειρότερο τρόπο. Συναναστρέφονταν συνέχεια με αμαρτωλές γυναίκες, γεγονός που φανέρωνε την απάθειά του μέσα σε ένα κόσμο ξεπεσμένο με πολλά σκάνδαλα αλλά και τη μεγάλη του δυνατότητα να επηρεάσει αυτόν τον κόσμο και να του δημιουργήσει αισθήματα συμπάθειας και αγάπης». Μεγάλη ήταν η αντίθεση της ζωής του Αντρέα με εκείνη των υπολοίπων ανθρώπων. Τη δικιά του τη ζωή τη χαρακτήριζαν σαν αντικοινωνική και τελείως έξω από τα ανθρώπινα καθιερωμένα. Στον αντίποδα, ο ίδιος ο άγιος Αντρέας φανέρωνε τον παραλογισμό της κοινωνικής ζωής, σε σχέση και σύγκριση με μία άλλη ζωή που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούσαν να καταλάβουν.
Εξαιρετική μελέτη για τη σαλότητα στην Ορθοδοξία και φιλολογική εξέταση της βιογραφίας του αγ. Ανδρέα (βλ. εδώ).
Μερικά χαρακτηριστικά επεισόδια της ζωής του, που έχουν καταγραφεί, συχνά δείχνουν καταστάσεις αντίστοιχες με τη σύγχρονη ζωή και κοινωνία και φανερώνουν όλη αυτή την ιδιαιτερότητα της παρουσίας αυτού του ξεχωριστού Αγίου.
Μία μέρα λοιπόν ο Ανδρέας βρέθηκε τυχαία σε μία μεγαλοπρεπή κηδεία. Είχε πεθάνει κάποιος άρχοντας της πόλης και την κηδεία του συνόδευε ένα πλήθος ανθρώπων από τους οποίους άλλοι έψαλλαν, άλλοι θυμιάτιζαν, ενώ οι στενοί του συγγενείς έκλαιγαν με πάθος. Εκείνο όμως που δεν έβλεπαν όσοι ακολουθούσαν την κηδεία και μόνο ο άγιος Ανδρέας έβλεπε με φρίκη, ήταν ένα πλήθος δαιμόνων οι οποίοι επίσης συνόδευαν τον νεκρό και περιγελούσαν όλους εκείνους που τιμούσαν έναν καθόλου ενάρετο άνθρωπο στην επίγεια ζωή του. Όμως, τελευταίος από όλους ακολουθούσε ένας όμορφος νέος ο οποίος με τους θρήνους και τα πολλά δάκρυά του συγκίνησε τον άγιο Αντρέα, που στην αρχή νόμισε ότι ήταν κάποιος συγγενής του πλούσιου άρχοντα.
Αυτός όμως ήταν η ίδια η ψυχή του πλούσιου, που μόνο ο άγιος Αντρέας έβλεπε και που έκλεγε για την αμαρτωλή ζωή που είχε κάνει. Στα γοερά δάκρυά του, προστέθηκαν και αυτά του ίδιου του αγίου Αντρέα, που είχε καταλάβει και θρηνούσε κι αυτός για την χαμένη ψυχή. Έκπληκτοι οι άλλοι έβλεπαν τον άγιο, έναν ξένο, να κλαίει πιο πολύ από όλους για τον νεκρό. Θεώρησαν ότι κοροϊδεύει τον νεκρό και τον κυνήγησαν με πέτρες.
Αλλά και προφητικές ικανότητες είχε ο άγιος. Προφήτεψε το κτίσιμο του λαμπρού ναού των αγίων Αποστόλων όταν έπεσε σε ένα λάκκο κοντά στον πρώτο μικρό ναό και πρόβλεψε ότι ο ναός θα ανοικοδομηθεί σε μεγαλοπρεπή εκκλησία με πέντε τρούλους. Μία άλλη φορά ενώ βρισκόταν σε μία ταβέρνα, ξαφνικά σηκώθηκε και άρπαξε από το στόμα κάποιου θαμώνα ένα κομμάτι κρέας που μόλις ετοιμαζόταν να το φάει. Τότε αυτός τον έπιασε και μαζί με άλλους κατηγόρησαν τον άγιο Αντρέα για κλέφτη. Ο άγιος όμως δεν έχασε την ψυχραιμία του και στρεφόμενος προς τον νέο του λέει σε δυνατό τόνο: «Εσύ είσαι κλέφτης και αρπάζεις τα ξένα πράγματα. Και σα να μην σου έφταναν όλα αυτά, τώρα λήστεψες και τον Συμεών», και μιλώντας του έδωσε και ένα χαστούκι. Ο πραγματικός κλέφτης τότε κατάλαβε τι εννοούσε ο άγιος και ότι ήξερε πολλά γι' αυτόν. Κατάλαβε αμέσως το σφάλμα του και έφυγε σκύβοντας το κεφάλι του.
Μία άλλη φορά είχε βρεθεί στην κεντρική αγορά όπου ένας οπωροπώλης πουλούσε φρέσκα σύκα τα οποία είχε τοποθετήσει σε ένα γυάλινο δοχείο. Μερικοί αργόσχολοι που ήθελαν να διασκεδάσουν όταν είδαν στην αγορά τον άγιο Αντρέα τον παρακίνησαν να φάει τα σύκα για να χορτάσει την πείνα του. Όταν όμως ο οπωροπώλης είδε τον άγιο Αντρέα να τρώει τα σύκα του άρχισε να τον χτυπάει με τόση αγριότητα ώστε στο τέλος κουράστηκε. Αλλά ο άγιος δεν θα κατηγορήσει τον οπωροπώλη γιατί τόν έδειρε αλλά τον εαυτό του που εξ' αιτίας του κουράστηκε να δέρνει ο «καημένος» ο οπωροπώλης.
Άλλη μία φορά είχε μπει σε μία εκκλησία την ώρα της λειτουργίας και άρχισε να πετάει καρύδια στους παπάδες, γεγονός που τους εξόργισε και τον κυνήγησαν έξω από τον ναό.
Στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός (δεξιά στην εικόνα) βλέπει την Παναγία να σκεπάζει το λαό μ' ένα ουράνιο σκέπασμα. Το θείο αυτό βίωμα γιορτάζεται 1 Οκτωβρίου (γιορτή της "Αγίας Σκέπης"), εκτός από την Ελλάδα, όπου μεταφέρθηκε 28 Οκτωβρίου, προς τιμήν της υποστήριξης της Παναγίας στους Έλληνες φαντάρους του 1940. Στη μέση της εικόνας ο άγ. Ρωμανός ο Μελωδός.
Ένα άλλο θαύμα, που δείχνει και την εσωτερική δύναμη του αγίου Αντρέα ήταν το εξής περιστατικό: Ενώ βρισκόταν χτυπημένος στη μέση ενός δρόμου της Πόλης, μία άμαξα που την έσερναν βόδια έρχεται προς το μέρος του με τον αμαξά μεθυσμένο. Τότε τα βόδια περνώντας ποδοπάτησαν τον ίδιο και οι τροχοί πέρασαν σχεδόν πάνω από την κοιλιά του. Ο άγιος όμως δεν έπαθε τίποτα και σηκώθηκε αβλαβής.
Στο πρόσωπο του Αγίου Αντρέα βλέπει κανείς την προσπάθεια, όπως μας την περιγράφει και ο βιογράφος του, να προβάλλει έναν άλλο κόσμο διαφορετικό από εκείνο της εποχής του, που το ήθος βρισκόταν πολύ χαμηλά, κάτι δηλαδή ανάλογο με τη δικιά μας εποχή. Μόνο ένα άγιος σαν τον Σαλό Αντρέα, μπορούσε να χτυπήσει αποτελεσματικά τον παλιό κόσμο με όλα τα αμαρτωλά του στοιχεία και να παρουσιάσει ένα άλλο κόσμο πνευματικό και άγιο. Τον καινούργιο αυτό κόσμο παρουσιάζει ο άγιος Αντρέας μέσα από πράξεις, οράματα, προφητείες, θεοψίες. Ο παλιός κόσμος που θριαμβεύει μέσα στα «δαιμονικά του στοιχεία», δέχεται τα σκληρά χτυπήματα του Αγίου Αντρέα του Σαλού που άξια πέρασε στο συναξάρι των αγίων.
Στο πρόσωπο του Αγίου Αντρέα βλέπει κανείς την προσπάθεια, όπως μας την περιγράφει και ο βιογράφος του, να προβάλλει έναν άλλο κόσμο διαφορετικό από εκείνο της εποχής του, που το ήθος βρισκόταν πολύ χαμηλά, κάτι δηλαδή ανάλογο με τη δικιά μας εποχή. Μόνο ένα άγιος σαν τον Σαλό Αντρέα, μπορούσε να χτυπήσει αποτελεσματικά τον παλιό κόσμο με όλα τα αμαρτωλά του στοιχεία και να παρουσιάσει ένα άλλο κόσμο πνευματικό και άγιο. Τον καινούργιο αυτό κόσμο παρουσιάζει ο άγιος Αντρέας μέσα από πράξεις, οράματα, προφητείες, θεοψίες. Ο παλιός κόσμος που θριαμβεύει μέσα στα «δαιμονικά του στοιχεία», δέχεται τα σκληρά χτυπήματα του Αγίου Αντρέα του Σαλού που άξια πέρασε στο συναξάρι των αγίων.
Δείτε επίσης αρκετά links για τον άγιο (& τους σαλούς γενικά) εδώ.
Ο παρακλητικός κανόνας (προσευχή) προς τον άγιο, εδώ.
Αναρτήθηκε από ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


