Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Εν Αθήναις....Πατήσια-Λαμπρινή και πέρα




Πολύ παλιά φωτογραφία...Πατήσια ....μετά τον Εμφύλιο και την Ούλεν παραπέρα με όσα έγιναν και εκεί.
Έκοβαν λαιμούς σαν να ήταν κοτόπουλα....αραδιασμένα τα πτώματα και περνούσαν οι συγγενείς να τα αναγνωρίσουν.
Ο γείτονας ήταν τυχερός γιατί αναγνώρισε τον πατέρα του από το καπέλο...
ήταν αστυνομικός εκεί στο τμήμα στο Γαλάτσι...
Τώρα τι θυμήθηκα θα μου πείς αλλά όταν πήγαινες επισκέψεις εκείνα τα χρόνια αυτά άκουγες και το περίεργο ήταν ότι στο ίδιο τραπέζι ήταν φίλοι και γείτονες και από τις δύο παρατάξεις.
Τσακωμούς δεν θυμήθηκα παρά μόνον αναμνήσεις τους και αναστεναγμούς και άντε εβίβα και οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς.
Η φωτογραφία  συμπτωματικά  είναι τραβηγμένη κοντά από το
 σπίτι-παράγκα του θείου ...εξοχικό το λέγαμε γελώντας.
Ευθεία ο δρόμος που βλέπουμε σε έβγαζε στον ηλεκτρικό στα Άνω Πατήσια δηλαδή κάποια τσιγάρα δρόμος και χωρίς να βρέχει γιατί διαφορετικά πήγαινες γρηγορότερα γιατί σε έσπρωχνε το νερό.
Εκεί και το φουγάρο ...δούλευε κόσμος...φιάχνανε οικοδομικά υλικά...
Τι αναπνέανε και αυτοί οι άνθρωποι αλλά δεν είχαν παράπονο παρά μόνον βήχα...
Δεν υπήρχαν πολυκατοικίες...αργότερα άρχισε ο οργασμός του εργολάβου με τα δάνεια που μοιράζανε οι τράπεζες.
Η μια μονοκατοικία πρώην παράγκα πίσω από την άλλη έπεφταν υπέρ ορόφων...
"...να πάρω ένα τριαράκι  και μια γκαρσονιέρα ....να παντρέψω την κόρη να μείνω στο άλλο..."
Να και εκκλησία ο Άγιος Ανδρέας....να και το γηπεδάκι του Πατησιακού μπροστά από το θερινό σινεμά ΑΓΑΠΗ με ταινίες ποιότητος και αγιόκλημα όπου κρυβόντουσαν οι τζαμπατζήδες.
Νοικοκυρεύτηκε και η γειτονιά του θείου....έπεσαν οι παράγκες έγιναν τα εξ αδιαιρέτου
και φυλάγαμε τσίλιες τις Κυριακές που γινόντουσαν τα χτισίματα μήπως έρθει πολιτσμάνος και πάει στο αυτόφωρο τον εργολάβο κομάντο ειδικό στα άνευ αδείας.
Δεν βαριέσε...κάτι πληρώσανε μετά και έγιναν όλα νόμιμα.
Ωραία χρόνια !

Πίσω στα παλιά

Εν Αθήναις....παλιά γειτονιά...παλιοί γείτονες


φωτο αρχείο Νίκου Θεοδοσίου.

Τέρμα Πατησίων....άλλη μια παλιά γειτονιά ενός περιπλανώμενου Αθηναίου...
Αλυσίδα...Αγία Βαρβάρα με την υπέροχη εκκλησία...το θερινό σινεμά ΚΑΜΕΛΙΑ
με ηλικία....1940-1978.
Πρώην θέατρο δηλαδή προπολεμικά....ιστορία σου λέω και ήσουνα από τους
τυχερούς μόλις καλοκαίριαζε μαζί με την παρέα να είσαι...στην πρεμιέρα.
Απλός ο λόγος...πήγαινε η τσακαλοπαρέα και έβαζε στην σειρά τις πάνινες
καρέκλες ή καλύτερα τις τύπου σκηνοθέτη και καθάριζε τα χαλίκια.
Και χαρτζιλίκι και ελευθέρας....μπερικέτια δηλαδή.
Κάθε Κυριακή στην λειτουργία στην Αγία Βαρβάρα και στα σκαλοπάτια της
η μόνιμη φιγούρα της Αρηνούλας.
Ζητιάνευε η φουκαριάρα....ένα κουβαράκι ήταν και που καθότανε και που περπατούσε.
"Αρηνούλα με λένε (Ειρήνη)..."
Στα μαύρα και να δίνει συνέχεια ευχές....
Ευτυχώς υπήρχαν άνθρωποι....σε μια αυλή ένα δωμάτιο γι αυτήν και στο μαγέρικο
της κυρα Ελευθερίας λίγο παραπέρα κάθε ημέρα ένα πιάτο φαϊ.
Αυτό μπορούσε και αυτή....σπιτωμένη ήταν από τον ταβερνιάρη και έμενε
σε ένα άλλο καμαράκι στην αυλή της ταβέρνας με τον τύρανο που καθημερινά
την απειλούσε ότι θα την διώξει.
Ρε μελαγχολία με τα παλιά !
Και απέναντι το μεγαλοψιλικατζίδικο που και τι δεν είχε μέσα.
Αλλά καλοκαιράκι έρχεται και πίσω στην ΚΑΜΕΛΙΑ Σάββατο βράδυ με τα
καλυτερότερα ντυμένοι για την ταινία.
Αν ήταν Ελληνική και κωμωδία το γέλιο της αρκούδας....κάποιοι την είχαμε
μάθει απ΄έξω και προλαβαίναμε τις ατάκες.
Αν ήταν ξένη και κλαφτερή βλέπε Ινδική τότε το μαρτύριο της αρκούδας
με τους....υποβολείς.
Δεν ήταν μικρό το ποσοστό τότε αυτών που και γράμματα δεν γνώριζαν οπότε
υπήρχε μια αναταραχή και συνεχώς άκουγες...."....σσσσσστ".
Ο φούρνος....παραπάνω από την "βίλα υπόγειο" ...του κυρ Μήτσου...
Χοντρός με την άσπρη ποδιά που φορούσε από τον λαιμό αλλά που δεν ήταν
άσπρη...προς το χρώμα του κάρβουνου έφερνε.
Δεν τον θυμήθηκα χωρίς αυτήν και κάποτε που τον είδαμε με κοστούμι
σε κηδεία εκεί στο Β΄νεκροταφείο δίπλα στο γήπεδο του Απόλλωνα...δεν τον
γνωρίσαμε.
Ψωμιά οκαδιάρικα και τσιγκούνης στο κομματάκι που έπρεπε να βάζει
όταν το ζύγιζε και έτσι και έβαζε ήταν συνήθως μπαγιάτικο.
Ζεμάταγε λοιπόν η οκαδιάρικη και σου την έδενε με ένα σπάγγο στην μέση
για να την πάς σπίτι.
Άνοιξε λοιπόν στο Τέρμα ένας μοντέρνος φούρνος για την εποχή που είχε
και άλλα εκτός από ψωμί.
Τυρόπιτες...μπουγάτσες ξεγυρισμένες....και οι φρατζόλες με σουσάμι παρακαλώ.
Οπότε ο κυρ-Μήτσος κράτησε αυστηρά τους κοντινούς σε αυτόν που από ντροπή
πήγαιναν και ψώνιζαν γιατί μόνο απουσιολόγιο δεν κρατούσε.
Ωραίες παλιές εικόνες σε δύσκολα χρόνια αλλά ανθρώπινα. 

Αγιος Νεκτάριος- θαύμα -μέρος 1ο

189 χρόνια από την κοίμηση του Παλαιών Πατρών Γερμανού

palaionpatron


Του Κώστα Δ. Παπαδημητρίου

Βρισκόμαστε στα 1824. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός επιστρέφει στην Ελλάδα απ’ την Ιταλία. Τον είχε στείλει η Συνέλευση της Επιδαύρου στον πάπα και στην αυλή της Ρώμης, για ν’ αναπτύξει φιλικές σχέσεις, πριν δυο χρόνια.
Εργάστηκε εκεί με απαράμιλλο ζήλο και παρά τις αντιξοότητες και τις εχθρικές διαθέσεις του πρώην μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιου, καταφέρνει ν’ αλλάξει την εχθρική στάση πολλών παραγόντων της Ιταλίας έναντι της επαναστατημένης χώρας μας.
Φροντίζει και για την χορήγηση δανείου, μα δεν τα καταφέρνει.
Δάνειο δε χορηγεί η Ιταλία, μα η Αγγλία. Μα αυτό δεν διατίθεται «εις τας πραγματικάς ανάγκας της πατρίδος, αλλά εις χείρας αρπάγων», όπως γράφει ο ίδιος. Και προσθέτει: «Τι ωφελούν τα χρήματα μη καλώς οικονομηθέντα;»
Πληροφορείται ο Γερμανός πως τα χρήματα του δανείου όχι μόνο κατασπαταλούνται άσκοπα από τους άρπαγες, αλλά γίνονται αιτία και για εμφύλιο σπαραγμό. Η διχόνοια έχει ριζώσει στις καρδιές των κυβερνώντων και η αναστημένη μόλις πατρίδα μας κινδυνεύει ξανά να νεκρωθεί.
Ανησυχεί και θλίβεται, βλέποντας τον μεγάλο κίνδυνο. Γράφει και νουθετεί για να αποτρέψει τον μεγάλο κίνδυνο του έθνους, σε «άνδρας, τους οίακας ολοκλήρου του έθνους διοικούντας και πείραν έχοντας» και συστήνει εις ομόνοιαν αλλά εκείνοι έρχονται στα μαχαίρια για τη μοιρασιά του θησαυρού.
Αυτό τον αναγκάζει να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα αφήνοντας την πετυχημένη του αποστολή να προπαγανδίζει σε δικούς μας και ξένους στην Ιταλία για τα δίκαια του Αγώνα μας. Φτάνει στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1824.
Αποβιβάζεται στη Γαστούνη και τα πρώτα νέα που μαθαίνει είναι απελπιστικά. Ολόκληρος ο Μοριάς έχει μεταβληθεί σ’ ένα τεράστιο καζάνι που βράζουν τα πιο φοβερά πάθη. Τον τραντάζει ο σίφουνας του εμφυλίου σπαραγμού.
Προσπαθεί και πάλι με την πειθώ και την ασυνήθιστη ευγλωττία του να κατασιγάσει τα πάθη, νουθετώντας εχθρούς και φίλους.
Παρακαλεί, εξορκίζει τον καθένα απ’ τους ηγέτες χωριστά, αλλά χαμένος κόπος.
Και τότε θλιμμένος, απογοητευμένος και αηδιασμένος, φεύγει για τα Νεζερά και από το μοναστήρι της Χρυσοποδαρίτισσας παρακολουθεί με πίκρα τον σπαραγμό του έθνους.
Από το μοναστήρι που βρίσκεται ο Γερμανός, δεν ανακατεύεται σε τίποτα. Δεν παίρνει το μέρος καμιάς από τις αλληλοσπαραζόμενες φατρίες. Εκείνες όμως υπολογίζουν την προσωπικότητα του.
Ο Κωλέτης και ο Παπαφλέσας φοβούνται τη δύναμη του και ανησυχούν ιδιαίτερα. Δε βγαίνει απ’ το νου τους η παλιά συνεργασία του Γερμανού με τους εχθρούς τους, Ζαίμη και Λόντο, με τους οποίους παλιότερα είχαν αποτελέσει την «Αχαϊκή τριανδρία».
Και γι’ αυτό, όπως γράφει ο Σπ. Μελάς, ο πρώτος (Κωλέτης) ακούει με πολλή ευχαρίστηση τις διαβολές των εχθρών του Γερμανού και ο δεύτερος -ο Παπαφλέσσας- δεν εναντιώνεται στον κατατρεγμό του». Και τα πάθη βρίσκουν εφαρμογή.
Έτσι μια παγωμένη γεναριάτικη νύχτα εκείνης της χρονιάς, ένα στρατιωτικό απόσπασμα με επικεφαλής τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο, σταλμένο από το Γκούρα, χτυπάει την πόρτα του κελιού του μοναστηριού της Χρυσοποδαρίτισσας, όπου έμεινε ο Γερμανός. Μπαίνουν μέσα, αρπάζουν τα λεφτά του και ό,τι άλλο πολύτιμο βρίσκουν, ακόμα και τα άμφια του και ύστερα δεμένον και πεζό τον παίρνουν μαζί τους από χωριό σε χωριό, και τον πάνε στο Γκούρα. Διηγείται ο αυτόπτης μάρτυρας Βέριος για το μαρτύριο εκείνο του Γερμανού: «Περί τα τέλη του 1825, αρχάς του χειμώνος, απέρασεν από το χωρίον Δροβολοτόν του Α. Τζούνη, επαρχίας Καλαβρύτων, ο Νικολέτος Σοφιανόπουλος μ’ ένα μέρος στρατιωτών, φέρων μαζί του τον επίσκοπον Παλαιών Πατρών Κύριον Γερμανόν, τον οποίον εσυνέλαβεν εις ένα μοναστήριον των Νεζερών, δια διαταγής του στρατηγού Γκούρα, ως κακούργον και ως τοιούτον τον έφεραν πεζόν εις το Δροβολοτόν και τον εφύλαττον, μήπως φύγη. Ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εσέβοντο πολύ τον ειρημένον Κύριον Γερμανόν, δια τούτο η μήτηρ μου Μαρία, αδελφή του Α. Τζούνη, εκάθησεν όλη την νύχτα και έκαμε επίτηδες παξιμάδι δια να το δόση κρυφίως εις τον Κύριον Γερμανόν εις τον δρόμον. Ο δε πατήρ μου επιθυμούσε να δόση το άλογόν του εις τον Κύριον Γερμανόν, να υπάγη και ο ίδιος εις την Δίβρην, δίνοντας με και έν γράμμα προς τον εκεί αδελφόν του Ασ. Βέριον, να περιποιηθή όπως ημπορέση τον Σεβαστόν Γερμανόν. Τέλος ανεχωρήσαμεν από το Δροβολοτόν προς το μεσημέριον και εφθάσαμεν εις την Νουσάν, χωρίον Κυλληνίας. Εις όλον το διάστημα της οδοιπορίας, έβρεχεν επάνω μας χιονόνερο. Την ακόλουθον ημέραν ανεχωρήσαμεν προς την Δίβρην, όπου αναγκασμένος να περιπατή πεζός ο Σ. Γερμανός, επειδή ο δρόμως ήτο χιονοσκέπαστος».
Έχομε όμως και τη μαρτυρία για το ταξίδι εκείνο του ίδιου του Γερμανού, από ένα γράμμα που στέλνει κρυφά από τη Δίβρη προς την κυβέρνηση: «Αίφνης σήμερον – γράφει – ήλθον τίνες στρατιώται του Γκούρα και με ήρπασαν ως κατάδικον. Αν είναι διαταγή της κυβερνήσεως – καθότι τοιαύτη δεν μοι επαρουσιάσθη – ή του Γκούρα, ας γράψη προς τούτον να με αφήση να έλθω αυτόσε, ίνα απολογηθώ, αν έσφαλα κατά τι. Ειδεμή, ας με αφήση ελεύθερον».
Από τη Δίβρη τον πάνε στη Γαστούνη όπου, όπως σημειώνει ο Βέριος: «έπαθε πολλά από την κακομεταχείριση των στρατιωτών».
Τον πίεζαν να τους φανερώσει αν έχει άλλα χρήματα και άλλα πράγματα, για να του τα πάρουν.
Ευτυχώς που πέθανε κείνες τις μέρες ο αρχιβασανιστής του Σοφιανόπουλος, και μάλιστα με τέτοιον τρόπο που θεωρήθηκε σαν θεία τιμωρία: «Ω του θαύματος!» σημειώνει ο Βέριος. «Ενώ ο κ. Σοφιανόπουλος έχαιρεν άκρας υγείας, εξεκενώθη όλον του το αίμα από λυσεντερίαν και εντός τεσσάρων ημερών απέθανε. Το εφνήδιον τούτο συμβάν, έφερε τον Γκούραν και τους στρατιώτας εις συναίσθησιν και έπαυσαν από του να τον κακομεταχειρίζονται, φοβούμενοι μην τυχόν πάθουν τα αυτά και εκείνοι».
Το μαρτύριο του Γερμανού σταμάτησε. Ίσως πράγματι να έπαιξε ρόλο ο θάνατος του Σοφιανόπουλου, ίσως να ήταν αυτή η παραγγελιά της κυβέρνησης, σίγουρα όμως συνετέλεσε σ’ αυτό η γενναία θέση ενός παλικαριού, του Σουλιώτη Δράκου, που παρουσιάστηκε στον Γκούρα και του είπε θαρρετά πως, ήταν ντροπή στ’ άρματα τους να φέρνονται έτσι σ’ έναν ιεράρχη.
Στο μεταξύ, ο Ιμπραήμ αλωνίζει το Μοριά και η Επανάσταση ψυχοραγεί. Ο Γερμανός βλέπει τον κίνδυνο και γράφει παντού, συνιστώντας ομόνοια και θάρρος.
Σ’ ένα γράμμα του στους πατριώτες του Δημητσανίτες, που του ζητούν τη συμβουλή του, γράφει ανάμεσα στα άλλα και τούτα:
«Όσον δε περί της συμβουλής που μου ζητάτε, εις τοιαύτας περιστάσεις μηδέ και ημείς τι να σας συμβουλεύσωμεν δεν ηξεύρομεν. Ημείς λέγομεν, αν το εγκρίνετε και η τιμιότης σας, ν’ ασφαλίσετε τας φαμίλλιας σας εις ένα τόπον οχυρόν, φθάνει να έχετε τα αναγκαία και να είστε και αρκετά άρματα, να είστε προσεκτικοί και εις μίαν έφοδον του εχθρού, παρατηρούντες μακρόθεν τα κινήματα του, ν’ αντιπαραταχτήτε όλοι ενωμένοι, και όχι μόνον τας φαμίλλιας σας θέλετε διασώσει από την αιχμαλωσίαν, αλλά και τους εχθρούς θέλετε τρέψει εις φυγήν, μάλιστα όπου οι εχθροί δεν διαμένουν πολύ εις κανέν μέρος, αλλ’ είναι περαστικοί- το να καταλήγετε δε εις άλλο μέρος, είναι και δύσκολον και δια τα δεινά του δρόμου και αχρειότητα των ανθρώπων και δια τους πτωχούς πατριώτας, δεν θέλουν ημπορέσει ν’ ακολουθήσουν, επειδή και ο τρόπος και όλα τα βοηθητικά μέσα λείπουν… Προσέτι πρέπει, ως καλοί χριστιανοί οπού είστε, επειδή και μερικοί από τους πατριώτας και λοιπούς χριστιανούς είναι πτωχοί και δεν έχουν μήτε πόρον οικονομίας, οι έχοντες να τους συνδράμετε και να τους βοηθήσετε ό,τι δύναται έκαστος, εις αυτάς τας περιστάσεις».
Δεν άργησαν οι κυβερνώντες να καταλάβουν την αδικία που έκαναν σε βάρος του Ιεράρχη Γερμανού. Έδωσαν διαταγή να αφεθεί ελεύθερος.
Και κείνος δε μνησικάκησε σε βάρος κανενός. Όλους τους συγχώρησε και όλα τα ξέχασε. Στο μεταξύ, η τρίτη συνέλευση της Επιδαύρου τον διορίζει πρόεδρο μιας επιτροπής, που κανόνιζε όλα τα σχετικά με τα δάνεια και τις εξωτερικές βοήθειες του έθνους.
Αυτή θα οργάνωνε και την νέα εθνική συνέλευση. Με πάθος και αφοσίωση αφιερώθηκε ο Επίσκοπος Γερμανός και στη νέα του αποστολή.
Εργαζόταν νυχτόημερα για να αντιμετωπισθούν οι μεγάλες δυσκολίες που παρουσιάζονταν. Έτσι εξαντλημένος από κόπους, αγρυπνίες και στενοχώριες, πέφτει βαρέιά άρρωστος από εξανθηματικό τύφο, που θέριζε τότε το Ναύπλιο.
Και το μοιραίο δεν αργεί. Πεθαίνει στις 30 Μαίου 1826 τη νύχτα. Η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» έγραψε την άλλη μέρα την είδηση: «Κατά την 30 Μαΐου την νύκτα, επλήρωσε το κοινόν χρέος, μετά ολίγων ημερών ασθένειαν, ο πανιερώτατος μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Κύριος Γερμανός και την 31 ετάφη λαμπρώς και εκκλησιαστικώς και πολιτικώς. Η πατρίς εστερήθη ενός καλού πολίτου και η επιτροπή της Συνελεύσεως έχασε τον πρόεδρόν της. Ο καλός ούτος πατριώτης εφάνη πολλάκις χρήσιμος εις την πατρίδα και δια της φρονήσεως, της παιδείας και της υπολήψεώς του, συνήργησε εις πολλών καλών κατόρθωσιν. Λυπούμεθα ότι δεν γνωρίζομεν τας περιστάσεις του βίου του Πατρός, δια να ομιλήσωμεν διεξοδικώτερον περί τούτου».
Ο Παπούλιας στα «Απομνημονεύματα» γράφει πως: «ο ιεράρχης απέθανε εξ υπέρμετρου δόσεως ιατρικού της εμετικής τρυγός. Το τοιούτον διήγειρεν υπόνοιαν περί δηλητηριάσεως, ήτις ενισχύθη έπειτα και εκ του ότι ο Γιάννης, ο καφεντζής του, πιστός αυτού υπηρέτης, απώλετο δολοφονηθείς μετ’ ου πολύ, εις Γαστούνην, άδηλον παρα τίνος, και εκ τούτου, ενισχύθη η υπόνοια, ότι και τούτο ίσως εγένετο προς εξάλειψιν πάσης ενδεχομένης αποκαλύψεως».
Η παραπάνω εκδοχή δεν έχει επιβεβαιωθεί, δεν είναι όμως και απίθανο να συνέβη κάτι τέτοιο, αν υπολογιστεί το μίσος που έδειξαν κάποιοι εχθροί του και στον τρόπο που θα γινόταν η κηδεία του ιεράρχου.
Γράφει σχετικά ο Παπούλιας:
«Γενομένου λόγου περί της κηδείας αυτού, (του Γερμανού) ως προέδρου της εθνοσυνελεύσεως, καθ’ ο δε και αρχιερεύς, κατά τας δια τους τοιούτους εκκλησιαστικά έθιμα, να κηδευθή εις τον καθεδρικόν ναόν του εν Ναυπλίω Αγίου Γεωργίου, πολλοί τίνες, φθονερώς προς αυτόν και δυσμενώς δι’ αντιπολίτευσιν διακείμενοι, κατέκρινον και εμπόδιζον τούτο και άλλοι ηδιαφόρουν, ώστε εκινδύνευσε να στερηθή ο νεκρός αυτού, της επιταφίου εκείνης συνήθους εκκλησιαστικής τιμής και η κοινή γνώμη να προσβληθή».
Πρόλαβαν όμως αυτό το κακό οι στρατιωτικοί που κατάγονταν απ’ τα Εφτάνησα και σήκωσαν ανταρσία, απαιτώντας να γίνει η κηδεία του ιεράρχη όπως έπρεπε1 και έγινε. Το ξόδι του, το ακολούθησαν με δάκρυα στα μάτια πλήθη λαού. Ιδιαίτερα οι αναρίθμητοι ευεργετημένοι απ’ αυτόν. Ο Ανδρέας Ζαίμης «εθρήνησε τον θάνατον του μέχρι κοπετού».
Όταν σε λίγες μέρες οι κληρονόμοι του άνοιξαν το μπαούλο του, όπου έκρυβε τα χρήματα, βρήκαν μονάχα εικοσιέξη χρεωστικές ομολογίες- τίποτε άλλο. Και το τελευταίο του γρόσι, όπως γράφει ο Σ. Μελάς, το είχε δανείσει σε φίλους.
Συγκεκριμένα βρέθηκαν: «I ποσάδα ασημένια από εν κουτάλι, εν πηρούνι και εν μαχαίρι. Ένας σταυρός χρυσός. Δύο ταμπακιέρες χρυσές. Ένας μικρός φάκελλος και εν καλαμάρι ασημένιον. Περιείχε ο φάκελλος 26 χρεωστικές ομολογίες διαφόρων ατόμων».
Από το βιβλίο του Κώστα Δ. Παπαδημητρίου: «ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΩΡΕΣ -ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ του 21.» Αθήνα, Φλεβάρης 1993. & Ορθόδοξη Πορεία

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Δημήτριος Νατσιός, Κι απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των αγίων τα ιερά...



Κι απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των αγίων τα ιερά...
«...Και νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν» Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος
Στο γόνατο αποκεφαλίζουν κόσμο, δεν υπάρχει κτηνωδία που δεν διαπράττουν, τρόμος επικρατεί στις δυτικές πόλεις, μήπως εμφανισθεί κάποια αγέλη-ή μοναχικός λύκος- και επιδοθεί σε σκοποβολή επί δικαίων και αδίκων, όμως σιγούν ιχθυοπρεπώς οι θιγμένοι, από την λαϊκή ευσέβεια, τζιτζιφιόγκοι του ψευτοπροοδευτισμού. Δειλά και τρομαγμένα ανθρωπάκια, όταν πρόκειται γιά το Ισλάμ, λεονταρισμοί και διαβολές όταν προβάλλεται η πίστη του Χριστού. Άθεοι και ασεβείς από τα γεννοφάσκια τους, παθαίνουν ψύχωση όταν βλέπουν ότι τούτος ο κατασυκοφαντημένος και εξαπατημένος λαός κρύβει, όπως η ανοιξιάτικη γη τον σάπιο σπόρο, το πατροπράδοτο σέβας, την εμπιστοσύνη στην αγία Ορθοδοξία.

Και επειδή δεν πάσχω από την αίρεση του... «ονοματοκρυπτισμού», όπως την ονομάζει ο πολιός και αξιοσέβαστος δάσκαλος μας πατήρ Θεόδωρος Ζήσης, δεν κρύβω ονόματα μιλώντας γενικώς και ασαφώς, απαριθμώ:
Κάποιος Ψαριανός, βουλευτής, του γεμάτου αναθυμιάσεις «Ποταμιού» με σκουλαρίκι στο αυτί και με μάτι που γυαλίζει από το μίσος για την Εκκλησία, ειρωνευόταν, ο ανεμιαίας συμπεριφοράς πολιτικάντης, τις χιλιάδες Ελλήνων, που έσπευσαν προς προσκύνησιν των ιερών λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας. (Κρύβουν κάτι τέτοιοι, κάτω από το κέλυφος του δήθεν αριστερού, την φασιστική τους νοοτροπία. Ενώ όλη τους η βιοτή, βρομάει από πάνω μέχρι κάτω, ότι είναι τυχοδιώκτες και τίποτε άλλο. Η ίδια θλιβερή ιστορία κάποιων, που τα νιάτα τους, τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, τα αφιέρωσαν στην ενσάρκωση της μαρξιστικής ιδέας, η οποία αποδείχθηκε όχι απλώς ένα πελώριο φιάσκο, αλλά τερατογονία. Όμως αφού «άντεξαν στα βασανιστήρια, λύγισαν στις προσφορές».
Μόλις αναρριχήθηκαν, εγκαταλείποντας το «αδειανό πουκάμισο» της ιδέας, και γεύτηκαν τα καλούδια της «μπουρζουαζίας», ρίχτηκαν με μανία στην απόλαυσή τους. Όπως έλεγε και ένας ήρωας του Κούντερα «η πιο θλιβερή ανακάλυψη της ζωής μου υπήρξε ότι οι διωκόμενοι δεν είναι καλύτεροι από τους διώκτες». Το μόνο που διατηρούν, ως αναλαμπή από τα ανεόρταστα νιάτα τους, είναι η εκκλησιομαχία. Μπαζώνουν την συνείδησή τους, αποφεύγοντας έτσι και τον εσωτερικό έλεγχο για τις ασωτείες).
Κατά πόδας και ο αρχηγός του, ο νεοφανής τιποτολόγος της πολιτικής Σ. Θεοδωράκης, τον οποίο, όταν τον βλέπουμε να κόπτεται δήθεν για την πορεία της χώρας, μας έρχεται στο νου το γνωστό ανέκδοτο με το σαλιγκάρι.
Βρέθηκε στη σκεπή του υψηλότερου μεγάρου της πρωτεύουσας. Πώς βρέθηκες εσύ εδώ πάνω, το ρωτούν. Και εκείνο εξομολογείται: Έρποντας, γλείφοντας και με τα κέρατά μου!
Κάποιοι θα αντιτείνουν ότι τους ψήφισε ο λαός. Τους προτείνω να διαβάσουν την αειθαλή μελέτη του Ευάγγελου Λεμπέση με τίτλο «περί της τεράστιας σημασίας των βλακών εν τω συγχρόνω βίω».
Επιθυμεί, καταπώς λέει, και τον χωρισμό Εκκλησίας και κράτους, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει, όπως υποψιαζόμαστε, τι εννοεί. Του απαντά ο σπουδαίος Γ. Θεοτοκάς:
«Η Ορθοδοξία, όπως παρουσιάζεται στα μάτια του ελληνικού λαού, είναι θρησκεία εθνική, συνυφασμένη αξεδιάλυτα με τα ήθη του και τον ομαδικό του χαρακτήρα, με το κλίμα και με το άρωμα του τόπου, με τα τοπία του, με την οικογενειακή του ζωή και με τα γυρίσματα των εποχών της χρονιάς. Η οργάνωσή της είναι δημοκρατική, η γλώσσα της θερμή, η ηθική της ανθρώπινη, ταιριαγμένη με την ελληνική νοοτροπία, τα σύμβολά της οικεία και αναντικατάστατα στη λαϊκή συνείδηση. Οι μεγάλες εορτές της, ο Ευαγγελισμός, το Πάσχα, ο Δεκαπενταύγουστος, τα Χριστούγεννα και τα Δωδεκάμερα και άλλες, είναι κάθε χρόνο οι μεγάλες μέρες της Ελλάδας, οι μέρες όπου το εθνικό σύνολο αισθάνεται περισσότερο από κάθε άλλη ώρα την ενότητά του, την αλληλεγγύη του, την αμοιβαία αγάπη των μελών του.
Αυτή η θαλπωρή, αυτά τα ζεστά πνευματικά κύματα που μεταδίδονται ακατάπαυστα, σ’ όλην την Ελλάδα, από τους ορθόδοξους ναούς κι από τις βυζαντινές τους ακολουθίες, αποτελούν στοιχείο συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, της ελληνικής ζωής. Για τούτο και δεν μπορεί να νοηθεί στην Ελλάδα χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας ούτε και υπήρξε εδώ ποτέ αντικληρικό πολιτικό κίνημα, όπως συνέβη αλλού. Επικρίνουμε συχνά την Εκκλησία-κάποτε μάλιστα με μεγάλη δριμύτητα-αλλά την επικρίνουμε από μέσα, σαν μέλη της που απαιτούμε απ’ αυτήν να γίνει καλύτερη. Δεν την πολεμούμε σαν να είναι ένα ξένο σώμα, από το οποίο ζητούμε να χωριστούμε».
(«Πνευματική Πορεία», εκδ. «ΕΣΤΙΑ», σελ. 134).
Ερχόμαστε τώρα σε κάτι αμαθέστατα, ανάγωγα και εξαχρειωμένα άτομα που τάχα διασκεδάζουν με τις ανοησίες τους το φιλοθεάμον κοινό: Τους συντελεστές και παρουσιαστές της εκπομπής «Ράδιο Αρβύλα» (ή «Ράδιο Ξεφτίλα»).
«Άνθρωποι παντός εστερημένοι διανοητικού προτερήματος παρακάθηνται εκεί, έχοντες ανήκουστον θράσος αμαθείας... εξευτελίζουσι δε και καταρυπαίνουσι το (τηλεοπτικόν) βήμα, φλυαρούντες άνευ αισχύνης ό,τι και αν τοις κατεβή εις την μεστήν μωρίας κεφαλήν των», όπως έγραφε εφημερίδα του 19ου αι. για τους τότε βουλευτές.
Ροκανίδια του ψευτοπροοδευτισμού και αυτοί, παρουσίασαν ορθόδοξη εικόνα της αγίας Βαρβάρας να διαλέγεται, μέσω «τρυκ», μαζί τους και να κατακεραυνώνει τους «αφελείς και θεομπαίχτες» που συμμετέχουν σε τέτοια πράγματα. Δεν είναι η πρώτη φορά που ξερνούν δηλητήρια κατά της εκκλησίας και ξέρουμε από πού παίρνουν γραμμή και πληρώνονται αυτά τα υποκείμενα. Η Νέα Εποχή τα προσέχει τα τσιράκια της, αλλά φταίνε και οι ανυποψίαστοι ή οι ολιγόφρενοι που τους παρακολουθούν. Το ερώτημα ισχύει και γι’ αυτά τα μειρακιώδη γραΐδια: Γιατί δεν τολμούν να στηλιτεύσουν τον λιθοβολισμό μιας γυναίκας μουσουλμάνας, για παράδειγμα, από μαινόμενο όχλο; Ξέρουμε τι θέλουν κάτι τέτοιοι, μας το διδάσκει ο... Μακρυγιάννης.
«-Ήταν ένας μπαρμπέρης φίλος του Κολοκοτρώνη και του Πρωτοσύγκελου κι αλλουνών. Εγώ ‘λεγα να πάγω να σκοτωθώ με τους οχτρούς, αυτός γύρευε να μου γκρεμίσει τον βαθμό μου. Του μίλησα δι’ αυτό, του κακοφάνη. Είπε ενού ανηψιού του πού ‘χε εις το ψωμί και γεμεκλίκια και μας τα ‘κοψε. Πήγα και τον έπιασα και το ‘δωσα ένα ξύλο διά πεθαμόν, κι αν δεν πήδαγε από το παλεθύρι κάτου ο διοικητής, δεν ξέρω αν έμενε ζωντανός».
Υπάρχει και ο κυρ-Φίλης, που αναρωτήθηκε «τι δουλειά έχουν τα λείψανα να τριγυρνάνε από δω κι από κει». Στην περίπτωσή του ισχύει το υπό του Μ. Βασιλείου ρηθέν «παχεία γαστήρ ου λεπτόν τίκτει νουν». (Εκτρέπομαι σε βαρείς χαρακτηρισμούς, αλλά όταν «πειράζουν πίστη και πατρίδα μου» καπνίζουν τα μάτια μου από οργή).
Να κλείσω παραπέμποντας στον Κολοκοτρώνη. «Λίγο πριν τον πιάσουν οι Βαυαροί ο Άρμανσμπεργκ, θέλοντας να τον δοκιμάσει, του είπε:
-Έχει πολλούς εχθρούς, στρατηγέ;
-Έχω, παραδέχτηκε ο Κολοκοτρώνης, μα δύο απ’ αυτούς στέκονται οι χειρότεροι απ’ όλους.
-Και ποιοί είναι αυτοί οι δύο εχθροί σου, ρώτησε περίεργα ο προϊστάμενος των αντιβασιλιάδων.
Ο Γέρος του αποκρίθηκε:
-Ο ένας τ’ όνομά μου κι ο άλλος οι δουλεψές μου στο Γένος».
(Κ. Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», σελ. 13)
Ας μου συγχωρεθεί η σύγκριση, αλλά την ίδια απάντηση δίνει και η Εκκλησία μας στους τωρινούς διώκτες της. «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά», τραγουδά ο Σολωμός. Εκτός από τους ήρωες, ο ποιητής υπονοεί και «ψάλλει» και για τα κόκαλα, των αγίων των Ελλήνων, τα ιερά. Κι από ιερά λείψανα βγήκε η ελευθερία μας, γι’ αυτό και ο λαός τα προσκυνά.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ ΠΡΟΜΠΟΝΙΩΤΕΣ!




         ΟΙ ΑΠΙΘΑΝΟΙ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΟΣ ΣΦΡΑΓΙΣΑΝ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ  ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΟΥ         ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΕ.

        ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΠΕΜΒΕΙ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ;

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ




Του θεολόγου κ. Ανδρέα Κυριακού
=====
Ο νεομάρτυρας του Χριστού Ευγένιος Ροντιόνωφ, γεννήθηκε στο χωριό Κουρίλοβο κοντά στη Μόσχα στις 23 Μαΐου 1977. Βαπτίστηκε σε νεαρή ηλικία και όταν έγινε δώδεκα χρόνων η ευλαβέστατη γιαγιά του το πήρε στην εκκλησία του χωριού, για εξομολόγηση και θεία κοινωνία. Κατά την εξομολόγηση ο ιερέας πρόσεξε πως ο μικρός δεν φορούσε σταυρό και του έδωσε ένα. Ο Ευγένιος από τότε δεν τον αποχωρίστηκε ποτέ. Τελειώνοντας τις σπουδές του εργάστηκε σαν επιπλοποιός, μέχρι που πήγε στρατιώτης. 

Στις 13.1.1996 βρέθηκε σε συνοριακό φυλάκιο στα σύνορα Τσετσενίας στο Βόρειο Καύκασο. Ένα βράδυ αυτός και τρεις άλλοι στρατιώτες σταμάτησαν ένα ασθενοφόρο για έλεγχο. Απ’ αυτό βγήκαν αστραπιαία δέκα Τσετσένοι ένοπλοι που τελικά τους συνέλαβαν αιχμαλώτους. Η μητέρα του Ευγένιου, μαθαίνοντας τα νέα, έφτασε στη Τσετσενία και έψαχνε να βρει το γιο της. Η προσπάθειά της δεν τελεσφόρησε διότι οι εγκληματίες ζητούσαν ένα υπέρογκο ποσό για λύτρα. Ο νεομάρτυρας έμεινε φυλακισμένος στην Τσετσενία για εκατό μαρτυρικές μέρες. Οι Μωαμεθανοί απαγωγείς του τον πίεζαν με ξυλοδαρμούς κι άλλα βασανιστήρια να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει Μωαμεθανός. Αυτός δεν δέκτηκε και υπέμεινε καρτερικά τις κακουχίες. Τελικά οι απαγωγείς του αποφάσισαν να τον αποκεφαλίσουν. Λίγο πριν την εκτέλεση βλέποντας το σταυρό που φορούσε από παιδί του πρότειναν να βγάλει το σταυρό και θα του χάριζαν τη ζωή. Ο Άγιος αρνήθηκε κατηγορηματικά κι οι αιμοδιψείς δήμιοι του έκοψαν το κεφάλι. Ήταν 23 Μαΐου του 996 όταν συνέβηκε το μαρτύριο του Αγίου μέρα των γενεθλίων του και ήταν μόλις 19 χρόνων. Μετά από χίλια βάσανα η μητέρα του κατάφερε να πάρει το τίμιο λείψανό του και να το θάψει στο χωριό του. 

Από τότε πλήθος ανθρώπων μαρτυρούν ότι έχει κάνει πολλά θαύματα σ’ αυτούς που τον επικαλούνται με πίστη. Ο τάφος του έχει γίνει προσκύνημα των Ορθοδόξων.

Ο Άγιος Ευγένιος Ροντιόνωφ -όπως όλοι οι Νεομάρτυρες- συνιστούν τον μόνο ορθόδοξο τρόπο διεξαγωγής διαλόγου Ορθοδοξίας και Ισλάμ.

Κλείνω, αναξία χειρί, το σύντομο αυτό σημείωμα παραθέτοντας ένα Μεγαλυνάριο για το σύγχρονο αυτό Άγιο της Εκκλησίας:

Χαίρεις αθλοφόρων ο κοινωνός, 
σταυροφόρε μάρτυς και ακόλουθε του Χριστού, χαίρεις Εκκλησίας ο μέγας αντιλήπτωρ,
Ευγένιε Ρωσίας το νέον καύχημα.