Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Για την λαμπάδα του Αγίου Βαπτίσματος. (Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία)

           ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 4 Ὀκτωβρίου 2015
ΚΑΤΗΧΗΣΗ
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
   1. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θα σᾶς μιλήσω γιά τήν λαμπάδα τοῦ βαπτίσματος. Γιά τήν ἀναμμένη, δηλαδή, λαμπάδα, πού κρατεῖ κάποιος ὅταν γίνονται οἱ κύκλοι γύρω ἀπό τήν κολυμβήθρα μετά τήν βάπτιση.
Σᾶς εἶναι γνωστό ὅτι πρῶτα οἱ χριστιανοί βαπτίζονταν σέ μεγάλη ἡλικία, ἀφοῦ προηγουμένως κατηχοῦνταν. Τούς βάπτιζαν οἱ ἱερεῖς, τούς ἔχριε ἔπειτα ὁ Ἐπίσκοπος, τούς ἔντυναν λευκά ἐνδύματα καί μετά τούς ἔδιναν ἀπό μία λαμπάδα. Ἔτσι, μέ τήν λαμπάδα ἀναμμένη ἔμπαιναν πανηγυρικά στόν Ναό γιά νά μετέχουν στήν πρώτη θεία Λειτουργία καί νά κοινωνήσουν γιά πρώτη φορά τά Ἄχραντα Μυστήρια. 

Ἡ λαμπάδα πού ἔπαιρναν ἦταν σύμβολο ὅτι πῆραν τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἦρθε στούς Μαθητές κατά τήν Πεντηκοστή ἐν εἴδει «πυρίνων γλωσσῶν» (Πραξ. 2,3). Καί ἡ γιαγιά ὅταν βαπτίζεται τό ἐγγονάκι της τοῦ λέγει: «Φωτίστηκες παιδάκι μου»! Στόν βαπτισθέντα λοιπόν δίδεται ἡ λαμπάδα τοῦ βαπτίσματος, ὅπως στήν κουρά τοῦ Μοναχοῦ, σ᾽ αὐτόν δίδεται ἀναμμένη λαμπάδα, μέ τήν φράση, «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν...». Καί στό βάπτισμα, κατά ἕνα παλαιό τυπικό, ὅταν ὁ ἱερεύς ἔδινε τήν ἀναμμένη λαμπάδα στόν βαπτισθέντα, τοῦ ἔλεγε: «Λάβε τήν λαμπάδα ταύτην καί τήρησον αὐτήν ἄσβεστον, ἵνα, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος ἐν παρθενικῷ γάμῳ, δυνηθῇς αὐτῷ ὑπαντῆσαι μετά τῶν φρονίμων παρθένων...»!
   2. Ἀφοῦ λοιπόν, χριστιανοί μου, ἡ λαμπάδα διδόταν στόν βαπτισθέντα, αὐτός πρέπει νά τήν κρατεῖ στούς τρεῖς κύκλους γύρω ἀπό τήν ἁγία κολυμβήθρα μετά τό βάπτισμά του, ὅταν ψάλλεται τό «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...». Τώρα ὅμως, στά μετέπειτα χρόνια, ἔχουμε τόν νηπιοβαπτισμό καί δέν μπορεῖ λοιπόν τό νήπιο νά κρατήσει τήν λαμπάδα. Ἀλλά τό βαπτιζόμενο νήπιο τό «ἀναδέχεται», δηλαδή, τό ἀναλαμβάνει ὁ «Ἀνάδοχος» (ὁ νονός). Καί αὐτός, ἀντί τοῦ νηπίου πού βαπτίζεται, λέει τό «ἀποτάσσομαι τῷ Σατανᾷ» καί «συντάσσομαι τῷ Χριστῷ». Ἔτσι καί τήν ἀναμμένη λαμπάδα τοῦ βαπτισθέντος νηπίου πρέπει νά τήν πάρει ὁ νονός καί αὐτός, καί ὄχι ἄλλος, νά τήν κρατάει στούς τρεῖς κύκλους γύρω ἀπό τήν ἁγία κολυμβήθρα, ὅταν ψάλλεται τό «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...».
   3. Ὅταν ὅμως ὁ βαπτισθείς (ἤ ὁ ἀνάδοχος σήμερα στήν περίπτωση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ) κρατεῖ τήν ἀναμμένη λαμπάδα καί κάνει τρεῖς κύκλους γύρω ἀπό τήν ἁγία κολυμβήθρα, γιά συμμετοχή στήν χαρά γιά τό βάπτισμά του, κρατοῦν καί ἄλλοι λαμπάδες ἀπό τό ἐκκλησίασμα. Ἔτσι βλέπουμε καί σήμερα, κατά τόν »χορό» γύρω ἀπό τήν κολυμβήθρα, εἶναι καί ἄλλοι, συγγενεῖς καί μάλιστα παιδάκια, πού κρατοῦν καί αὐτοί ἀναμμένες λαμπάδες. Αὐτό δέν εἶναι κακό νά γίνεται, ἀντίθετα εἶναι καλό. Ἄλλη ὅμως ἔννοια ἔχει ἡ κύρια λαμπάδα πού κρατεῖ ὁ βαπτιζόμενος (ἤ ὁ νονός) καί ἄλλη ἔννοια ἔχουν οἱ λαμπάδες τῶν ἄλλων.
   4. Ἀπό τά παραπάνω, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ἄς σκεφτοῦμε ὅτι καί ἐμεῖς, σάν βαπτισμένοι, πήραμε τήν ἀναμμένη λαμπάδα, πήραμε, δηλαδή, τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό κακό ὅμως πού πάθαμε εἶναι ὅτι δέν φυλαχθήκαμε ἀπό σατανικούς ἀγέριδες καί ἀνεμοστρόβιλους, πού φυσοῦν γύρω μας, καί μᾶς ἔσβησε ἡ ἀναμμένη λαμπάδα. Χάσαμε, δηλαδή, τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλά μέ τήν μετάνοιά μας – αὐτή εἶναι τό δεύτερο βάπτισμά μας – ξαναπαίρνουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί στό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας λέγουμε μέ περισσή χαρά: «Εἴδομεν τό Φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον»!
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ! "Το Ελληνικό Πνεύμα", εκπομπή του "NGTV" στη Ν. Υόρκη, επιμελ...

 
"Αν θέλει κανείς ν' αποκτήσει μια αρετή, δεν μπορεί να την κάνει κτήμα του, αν δεν μισήσει την κακία που είναι ο αντίποδάς της.
- Αν λοιπόν θέλεις να έχεις πάντοτε πένθος στην ψυχή σου, μίσησε το γέλιο.
- Θέλεις να έχεις ταπείνωση; Μίσησε την υπερηφάνεια.
- Θέλεις να είσαι εγκρατής; Μίσησε τη λαιμαργία.
- Θέλεις να είσαι σώφρων; Μίσησε την ακόλαστη ζωή.
- Θέλεις να είσαι ακτήμων; Μίσησε τη φιλαργυρία.
- Αυτός που θέλει να είναι κάτοικος της ερήμου, μισεί τις πόλεις εξαιτίας των πειρασμών.
- Αυτός που θέλει να έχει ησυχία, μισεί την παρρησία.
- Αυτός που θέλει να ζει άγνωστος, μισεί την τάση για επίδειξη.
- Αυτός που θέλει να κυριαρχεί στην οργή, μισεί να περνάει τις ώρες του μαζί με πολλούς.
- Αυτός που θέλει να έχει αμνησικακία, αποφεύγει να κακολογεί τους άλλους.
- Αυτός που θέλει να είναι απερίσπαστος, μένει στη μοναξιά.
- Αυτός που θέλει να κυριαρχεί στη γλώσσα, ας κλείνει τ' αυτιά του να μην ακούει πολλά.
- Αυτός που θέλει να έχει τον φόβο του Θεού πάντοτε, θα μισήσει τη σωματική ανάπαυση και θα αγαπήσει τη θλίψη και τη στενοχώρια".

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Πατήσια


Patissia [Karte von Attika 1900 V].
Πρώιμα διοικητικά --> Τα Πατήσια υπάγονται στο δήμο Αθηνών της επαρχίας Αττικής [Νόμος ΚΕ' / 5.12.1845].
Περιηγητές --> Ο Spon σημειώνει ότι το 1675 τα Pàticha ήταν ένα χωριό μέσα σε ένα ελαιώνα, κοντά στην Αθήνα [Spon 1724 II, 146]. Ο Gell αναφέρεται στα Padischa ή Patisia, στην αρχή της διαδρομής Αθήνας - Κηφισιάς [Gell 1819, 71]. Σύμφωνα με τον Dodwell το χωριό Padischah είχε πολλά περιβόλια και μεγάλα κυπαρίσσια [Dodwell 1819 I, 414-415].
Στατιστικά – χωρογραφικά --> Πατίσια, αγροικία βορειοανατολικά των Αθηνών [Ραγκαβής Ι 1853, 294]. Πατήσια Άνω, του δήμου Αθηναίων της επαρχίας Αττικής, απόσταση σαράντα λεπτά των Αθηνών, υπάρχει ταχυδρομείο και τηλεγραφείο [Νουχάκης 1901, 39].
Κάτοικοι ανά απογραφή --> 1879: Πατήσια Αθηναίων 847. 1889: Πατήσια Άνω και Κάτω Αθηναίων 1.353. 1896: Πατήσια Άνω και Κάτω Αθηναίων 2.545. 1907: Πατήσια Άνω και Κάτω Αθηναίων 5.021[Χουλιαράκης 1974, 50, 108, 174, 263].
Τοπωνυμικά -->Κατά τον Καμπούρογλου, τα Πατίσια είναι τοπωνύμιο προερχόμενο από κάποιον Πατίς Αγά, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης της περιοχής [Καμπούρογλου 1920, 70]. Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Σαρρής [Σαρρής 1928, 156].

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Ιωάννης Καποδίστριας "H θυσία"

Παχεία γαστὴρ λεπτὸν οὐ τίκτει νόον



Ἅγιος Πορφύριος


Δέν γίνεστε ἅγιοι κυνηγώντας τὸ κακό. Ἄστε τὸ κακό. Νὰ κοιτάζετε πρὸς τὸν Χριστὸ κι αὐτὸ θὰ σᾶς σώσει. Ἐκεῖνο ποὺ κάνει ἅγιο τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία πρὸς τὸν Χριστό, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ, δὲν μπορεῖ, δὲν μπορεῖ... Καὶ προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ κάνει ἀσκήσεις,νὰ κάνει τέτοια πράγματα καὶ νὰ καταπονεῖ τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Κανεὶς ἀσκητὴς δὲν ἅγιασε χωρὶς ἀσκήσεις. Κανεὶς δὲν μπόρεσε ν’ ἀνέλθει στὴν πνευματικότητα χωρὶς ν’ ἀσκηθεῖ. Πρέπει νὰ γίνονται ἀσκήσεις. Ἄσκηση εἶναι οἱ μετάνοιες, οἱ ἀγρυπνίες κ.λπ.,ἀλλὰ ὄχι μὲ βία. Ὅλα νὰ γίνονται μὲ χαρά. Δὲν εἶναι οἱ μετάνοιες ποὺ θὰ κάνουμε, δὲν εἶναι οἱ προσευχές, εἶναι τὸ δόσιμο, ὁ ἔρωτας γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ τὰ πνευματικά. Ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ τὰ κάνουνε αὐτὰ ὄχι γιὰ τὸν Θεὸ ἀλλὰ γιὰ ἄσκηση, γιὰ ὠφέλεια σωματική. Ὅμως οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι τὸ κάνουνε γιὰ ψυχικὴ ὠφέλεια, γιὰ τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα ὠφελεῖται πολύ, δὲν ἀρρωσταίνει. Πολλὰ καλὰ ἔρχονται.

Μέσα στὴν ἄσκηση, τὶς μετάνοιες, τὶς ἀγρυπνίες καὶ τὶς ἄλλες κακουχίες εἶναι καὶ ἡ νηστεία. «Παχεία γαστὴρ λεπτὸν οὐ τίκτει νόον». Ἐγὼ τὸ γνωρίζω αὐτὸ ἀπ’ τοὺς Πατέρες. Ὅλα τὰ πατερικὰ βιβλία μιλοῦν γιὰ τὴ νηστεία. Οἱ Πατέρες τονίζουν νὰ μὴν τρῶμε δυσκολοχώνευτα φαγητὰ ἢ λιπαρὰ καὶ παχιά, γιατὶ κάνουν κακὸ στὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή. Λένε ὅτι τὸ προβατάκι τρώει τὰ χορταράκια τῆς γῆς κι εἶναι τόσο ἥσυχο. Εἴδατε ποὺ λένε, «σὰν τὸ πρόβατο». Ἐνῷ ὁ σκύλος ἢ ἡ γάτα κι ὅλ’ αὐτὰ τὰ σαρκοφάγα εἶναι ὅλα τους ἄγρια ζῶα. Τὸ κρέας κάνει κακὸ στὸν ἄνθρωπο. Κάνουν καλὸ τὰ χόρτα, τὰ φροῦτα κ.λπ. Γι’ αὐτὸ οἱ Πατέρες μιλοῦν γιὰ νηστεία καὶ κατακρίνουν τὴν πολυφαγία καὶ τὴν ἡδονὴ ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς μὲ τὰ φαγητὰ τὰ πλούσια. Νὰ εἶναι πιὸ ἁπλὰ τὰ φαγητά μας. Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε τόσο πολὺ μ’ αὐτά.

Δὲν εἶναι τὸ φαγητό, δὲν εἶναι οἱ καλὲς συνθῆκες διαβίωσης, ποὺ ἐξασφαλίζουν τὴν καλὴ ὑγεία. Εἶναι ἡ ἁγία ζωή, ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ξέρω γιὰ ἀσκητὲς ποὺ νηστεύανε πολὺ καὶ δὲν εἴχανε καμιὰ ἀρρώστια. Δὲν κινδυνεύει νὰ πάθει κανεὶς τίποτε ἀπ’ τὴ νηστεία. Κανεὶς δὲν ἔχει ἀρρωστήσει ἀπ’ τὴ νηστεία. Πιὸ πολὺ ἀρρωσταίνουν ἐκεῖνοι ποὺ τρῶνε κρέατα κι αὐγὰ καὶ γάλατα, παρὰ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι λιτοδίαιτοι. Εἶναι παρατηρημένο αὐτό. Νὰ τὸ πάρουμε καὶ ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη΄ τώρα τὸ συνιστᾶ αὐτὸ τὸ πράγμα. Οἱ νηστευτὲς νηστεύουν καὶ δὲν παθαίνουν τίποτε΄ ὄχι ἁπλῶς δὲν παθαίνουν, ἀλλὰ θεραπεύονται ἀπὸ ἀρρώστιες.

Γιὰ νὰ τὰ κάνετε ὅμως αὐτά, πρέπει νὰ ἔχετε πίστη. Ἀλλιῶς σᾶς πιάνει λιγούρα. Ἡ νηστεία εἶναι καὶ ζήτημα πίστεως. Ὅταν ἔχετε τὸν ἔρωτα στὸ θεῖον, μπορεῖτε νὰ νηστεύετε μὲ εὐχαρίστηση κι ὅλα εἶναι εὔκολα΄ ἀλλιῶς σᾶς φαίνονται ὅλα βουνό. Ὅποιοι ἔδωσαν τὴν καρδιά τους στὸν Χριστὸ καὶ μὲ θερμὴ ἀγάπη ἔλεγαν τὴν εὐχὴ, κυριάρχησαν καὶ νίκησαν τὴ λαιμαργία καὶ τὴν ἔλλειψη ἐγκράτειας.

Ὑπάρχουν σήμερα πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ νηστέψουν μιὰ μέρα καὶ τώρα ζοῦν μὲ χορτοφαγία, ὄχι γιὰ λόγους θρησκευτικούς, ἁπλῶς γιατὶ πίστεψαν ὅτι αὐτὸ θὰ κάνει καλὸ στὴν ὑγεία τους. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ πιστέψεις, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ πάθεις τίποτε, ποὺ δὲν τρώεις κρέας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βέβαια εἶναι ἀσθενής, δὲν εἶναι ἁμαρτία νὰ φάει πρὸς στήριξιν τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ φαγητὰ μὴ νηστήσιμα.

Τὸ ἁλάτι χρειάζεται στὸν ὀργανισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπάρχει μιὰ φήμη ὅτι τὸ ἁλάτι κάνει κακό. Δὲν εἶναι σωστὸ αὐτό. Εἶναι στοιχεῖο ποὺ χρειάζεται. Καὶ εἶναι ὁρισμένοι μάλιστα ποὺ τὸ ἔχουν πολὺ ἀνάγκη.

Ἐγὼ τί ὄνειρα ἔχω! Γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος δηλαδή. Παρήγγειλα σιτάρι, γιὰ ν’ ἀλέθουμε, νὰ φτιάχνουμε ψωμὶ σταρίσιο. Καὶ σκέφτομαι νὰ πάρουμε διάφορα ὄσπρια καὶ νὰ τ’ ἀλέθουμε καὶ νὰ τ’ ἀνακατώνουμε, σιτάρι μὲ ρύζι, σόγια, σογιάλευρο μὲ φακὲς κ.λπ. Κι ἔπειτα ἔχουμε καὶ τὰ κολοκύθια καὶ τὶς ντομάτες καὶ τὶς πατάτες κι ὅλα τ’ ἄλλα χορταρικά. Καὶ μὲ τὸν πατέρα Ἡσύχιο εἴχαμε ἕνα ὄνειρο. Μιὰ φορὰ λέγαμε νὰ πᾶμε νὰ γίνουμε ἐρημίτες κάπου καὶ νὰ σπείρουμε σιτάρι καὶ νὰ τὸ μουσκεύουμε καὶ νὰ τὸ τρῶμε. Μήπως ὁ Μέγας Βασίλειος ἐκεῖ, στὴν ἔρημο, ἔτσι δὲν ἔκανε; Ἀλλὰ τώρα ἐμᾶς μᾶς κακοφαίνεται 

πηγή

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Δημήτριος Νατσιός, Να γίνουν οι Γεωγραφίες, οι Ιστορίες και οι Γραμματικές, κηρύγματα λευτεριάς



Να γίνουν οι Γεωγραφίες, οι Ιστορίες και οι Γραμματικές, κηρύγματα λευτεριάς
«Είμασταν σχολιαρούδια και ο τόπος μας ακόμα σκλαβωμένος στην Τουρκία. Και Σχολάρχης μας, ο αξέχαστος εκείνος Σπύρος Αναγνώστου. Από τους δασκάλους του υποδουλωμένου Γένους, που συντηρούσαν μέσα στην καρδιά των παιδιών την ιερή φωτιά της Μεγάλης Ιδέας, και ένιωθαν τούτη την αποστολή σαν την πιο σπουδαία της καριέρας των της παιδαγωγικής. Αφορμές για την εθνική διαπαιδαγώγηση του ‘διναν όλα τα μαθήματα που μας δίδασκε. Μας έκαμε Γεωγραφία του νησιού μας, και σιγά-σιγά το χέρι του περνούσε το Αιγαίο, όπου τα νησιά μας ήταν κίτρινα όπως όλη η Τουρκία και η κοντινή μας Μικρασία, και έφτανε στην Ελλάδα, την ελεύτερη την Ελλάδα. Αυτή ήταν τριανταφυλλιά. Ένα μικρό τριανταφυλλί σημάδι πάνω στο μεγάλο χάρτη της Ευρώπης. Εκεί σταματούσε το δάχτυλο του Αναγνώστου, κίτρινο από το αδιάκοπο κάπνισμα. Σταματούσε δισταχτικό και έκαμε αργά-αργά τον περίπατό του γύρω στα σύνορα του ελεύθερου κράτους. Τα σύνορα ήταν κοντινά, ο περίπατος σύντομος.

Τότες ο Αναγνώστου πήγαινε και κλείδωνε από μέσα την πόρτα της τάξης, και μεις αναστενάζαμε με αγαλλίαση. Για δύο λόγους. Πρώτα γιατί θα ξεφεύγαμε από το ανιαρό μάθημα της Γεωγραφίας, που ήταν μόνο ονόματα και αριθμοί, και δεύτερο γιατί ξέραμε πως θα μας μιλούσε για την Ελλάδα και για τη Μεγάλη Ιδέα. Αυτές τις δύο λέξεις τις πρόφερνε πιο σιγά, και αυτό μας έκανε να νιώθουμε την ιερότητα της Ιδέας σαν μία θρησκευτική αποκάλυψη, που έπρεπε να τη φυλάξουμε στα άδυτα της ψυχής μας, και να την προφυλάγουμε από τους καταχτητές σαν ένα μυστικό θησαυρό, ή σαν ένα βαρέλι μπαρούτη που κάποτε εμείς θα της ανάβαμε το φιτίλι».
(Στρατή Μυριβήλη, «Απ’ την Ελλάδα», εκδ. «ΕΣΤΙΑ», σελ. 11-12).
Τότε, όταν το Ισλάμ αφάνιζε το Γένος, μιλούσαν οι καρδιές, τώρα μιλούν τα πουγκιά, τα χρήματα.
Τότε οι δάσκαλοι έριχναν προσανάμματα στις ψυχές των μαθητών τους, συντηρούσαν την «ιερή φωτιά της Μεγάλης Ιδέας», της ελευθερίας, τώρα σβήνουν τις «φωτιές τις πλάστρες». Τώρα «κάνουν δράσεις» για τον ρατσισμό και την διαφορετικότητα.
Μεγάλη Ιδέα της παιδείας η ποινικοποίηση της φιλοπατρίας και της ορθόδοξης πίστης μας. (Για τους νέους υπουργούς Φίλη και… CIA, τι να πω; Και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης.
Τότε κλείδωναν τις τάξεις από μέσα, οι σπουδαίοι εκείνοι δάσκαλοι, και μεταμόρφωναν τις Γεωγραφίες, τις Ιστορίες και τις Γραμματικές σε κηρύγματα λευτεριάς. Έκλινε ο δάσκαλος τα βλοσυρά και δύσπεπτα τριτόκλιτα «Θραξ-Θρακός» και «Κρης-Κρητός» και μ’ αυτά έφτιαχνε μπαρουτοβάρελα που κάποτε «εμείς τα παιδιά θα ανάβαμε το φιτίλι».
Ενώ τώρα... Φέτος ανέλαβα Ε’ δημοτικού. Πρώτο κεφάλαιο στο βιβλίο της Γλώσσας; Ένα κείμενο για την πατρίδα σαν αυτό του Μυριβήλη; Ένα ποίημα ευωδιαστό του Σολωμού, του Δροσίνη, του Βρεττάκου, του Πολέμη; Όχι βέβαια. Δύο-τρεις έντυπες ευτέλειες , άχαρες και άψυχες φλυαρίες, οικολογικού περιεχομένου. Ζούμε σε μία χώρα, «Πάσχα των ματιών», δεν υπάρχει λογοτέχνης που να μην μαστόρεψε κείμενο για να εξυμνήσει το κάλλος της και τούτοι οι αμαθέστατοι, οι εθνοκτόνοι γέμισαν τα βιβλία με αποκόμματα εφημερίδων. (Μόνο από τις... προοδευτικιές ΝΕΑ, ΒΗΜΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ).
Έχουμε χρέος, εμείς οι δάσκαλοι, όσοι αντικρίζουμε με «πόνο και αγάπη» την καταβαράθρωση της πατρίδας μας και ελπίζουμε στον Χριστό μας, να κλειδώνουμε την αίθουσά μας και να διδάσκουμε εκείνο το παλιό μάθημα: την πατριδογνωσία. Εσχάτη ώρα εστί. Οι Φράγκοι μας ποδοπατούν, το Ισλάμ ξανάρχεται για να μείνει στην πατρίδα, οι πολιτικοί νάνοι και αρλεκίνοι είναι ανίκανοι να σηκώσουν το βάρος της ιστορίας μας. Θέλει χέρια γερά ο Ελληνισμός, τα παντοειδή ανδρείκελα τα ‘χουν κατεβασμένα.
Να κλείσω με την διήγηση για μία άλλη δασκάλα, όταν στέναζε και μάτωνε η Ελλάδα κάτω από την ναζιστική θηριωδία.
«...Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. Ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά. Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή. “Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα μου;” λαχτάρισε η μάνα μου. “Αν σου χυνόταν στο δρόμο;” “Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω καθόλου”, δήλωσε ορθά κοφτά. “Το ίδιο κι εγώ”, φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου. Κι έτσι γινόταν από κείνη τη μέρα σε κάθε συσσίτιο που κουβαλούσαμε οι δυο μας από το σχολείο. Η σούπα ερχόταν τακτικά, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή.
Ώσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σα μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό. “Γλυκόζη” το είπαν. Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους. Ένα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. “Τι συμβαίνει παιδί μου;” ανησύχησε η μαμά. Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια. Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά να μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα.
Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν με της τάξης του τα παιδιά. “Σκαρώνουμε κάτι;” άκουσε έναν από τους συμμαθητές του- “πειραχτήρης” ήταν το παρατσούκλι του- να ψιθυρίζει στον διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε “ναι”. Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στ’ αυτί, κρυφογέλασαν οι δύο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στην στιγμή. Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. Ύστερα τ’ αγόρια. Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλαβαίνεις πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δύο μαύροι κύκλοι. Όταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεισε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά σειρά, έλεγε “εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά” κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα. Το “εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά” τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι. “Μα τι κάνει η κυρία εκεί;” ρώτησε παρεξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, γιατί τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα. “Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη”, χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης, “για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε”. Δε γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς. Βλέπανε τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι. Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της... Ύστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα. “Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ’ όνομα του Θεού!”, είπε ξέπνοα. “Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μία σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Είν’ αμαρτία!”. Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε...
Μαζεύτηκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτα να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί “από το δικό μου, από το δικό, κυρία, να πάρετε λίγο!”.
Ούτ’ ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε...».
(Από το βιβλίο της Λότης Πέτροβιτς, «Ο καιρός της σοκολάτας»).