Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

Οι παρεξηγήσεις πού χωρίζουν τούς ορθοδόξους αντιοικουμενιστές

Αποτέλεσμα εικόνας για αντιοικουμενιστές

Υπάρχει μεγάλη παρεξήγηση πού τήν εκμεταλεύεται ο διάβολος γιά νά μάς διαβάλλει, νά μάς διαιρεί καί νά κάνει τήν δουλειά του, νά βασιλεύει.
    Ο Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής έφυγε από τής παρατάξεις τών ζηλωτών καί γύρισε στά μοναστήρια. Γιατί τό έκανε;
    Διότι τό 1950 οι παρατάξεις τών ζηλωτών έβγαλαν εγκύκλιο η οποία καταδίκαζε τήν κρατούσα Εκκλησία τού νεού ημερολογίου ώς αιρετική μέ άκυρα μυστήρια.

    Αυτό είχε ώς αποτέλεσμα ν’ανησυχήσει, νά προσευχηθεί καί νά δεί όραμα ότι ξέφυγε από τό Άγιον Όρος καί βρίσκονταν σ’ένα βράχο μέ κύμα έτοιμος νά πνίγει, όποτε άφησε τούς ζηλωτές καί γύρισε στό Πατριαρχείο, όμως δέν μνημόνευε τόν Πατριάρχη, διότι άλλο είναι τό Πατριαρχείο καί άλλο ο Πατριάρχης.
    Όταν ο Πατριάρχης κηρύττει «γυμνή τή κεφαλή» αιρετικές απόψεις, φεύγεις απ’αυτόν, αλλά όχι καί από τήν Εκκλησία. Αυτό έκανε καί ο Γέροντας Ιωσήφ όταν είδε ότι οι ζηλωτές  έφευγαν, όχι μόνο από τόν αιρετικό Πατριάρχη, αλλά καί από τήν Εκκλησία τήν οποία έλεγαν αιρετική καί έφτιαχναν άλλες εκκλησίες – παρατάξεις πού η μία απέρριπτε τήν άλλη. Έτσι έκανε καί ο άγιος γέροντας Παΐσιος, έκοψε τό μνημόσυνο, άλλα δέν μπήκε στίς παρατάξεις νά μαλώνει γιά τίς κεφαλές τους.
    Έτσι καί τώρα φεύγουμε μακριά από τόν αιρετικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο καί δέν τόν μνημονεύουμε, αλλά δέν κάνουμε δική μάς εκκλησία. Παραμένουμε εντός τής Εκκλησίας καί παρακαλούμε τόν Θεό νά στείλει ορθοδόξο Πατριάρχη νά καταδικάσει τήν αίρεση τού Οικουμενισμού καί όλους τούς καινοτόμους τής Εκκλησίας, κληρικούς καί θεολόγους.
    Ο Γέροντας Ιωσήφ μεχρί τέλους τής ζωής τού δέν μνημόνευε Πατριάρχη καί όλα τά μοναστήρια τής συνοδείας του (Οι υποτακτικοί του);;; μεχρί τό 1973 δέν μνημόνευαν, όμως τό ’73 εξαρχία τού Πατριαρχείου είπε στό Άγιον Όρος, οποίος δέν μνημονεύει τόν Πατριάρχη καθαιρείται καί έτσι άρχισαν τήν μνημόνευση. Άλλους ηγουμένους πού δέν μνημόνευσαν τούς καθαίρεσαν, όπως τόν Αγιοπαυλίτη Ανδρέα, τόν Γρηγοριάτη Αθανάσιο, τόν Ξενοφωντινό Ευδόκιμο, τόν Εσφιγμενίτη Αθανάσιο καί μόνο η Εσφιγμένου συνέχισε νά μήν μνημονεύει.
    Άν έκαναν καλά ή κακά  πού προτίμησαν τήν μνημόνευση από τήν καθαίρεση καί τήν μοναχική ανάπτυξη από τήν ομολογία πίστεως, άς τό κρίνει ο Θεός.
    Αυτό πού έχει τώρα σημασία είναι ότι έχουμε τούς Οικουμενιστές οι οποίοι είναι όλοι ενωμένοι καί εμάς τούς αντιοικουμενιστές πού είμαστε όλοι χωρισμένοι.
    Άς ενώσουμε όλοι τήν ορθόδοξη πίστη μάς καί νά προσευχηθούμε ο Θεός νά διώξει από τήν ποίμνη Του όλα τά ζιζάνια πού πνίγουν τά στάχυα πού έσπειρε.
    Άς φανερώσουμε στόν λαό τού Θεού τήν μεγάλη αποστασία τών Ποιμένων από τόν Θεό καί τόν προσηλυτισμό τών πιστών στήν παναίρεση του οικουμενισμού καί τήν δολιότητα τής Συνόδου τής Κρήτης η οποία εισήγαγε πανορθόδοξα καί συνοδικά τήν αίρεση τού οικουμενισμού στήν ορθόδοξη Εκκλησία.

Σκανδαλισμένος Αγιορείτης Μοναχός

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Ο άγιος Νεομάρτυς Μάρκος ο εν Χίω 5 Ιουνίου [1801]




Ο άγιος Νεομάρτυς Μάρκος ο εν Χίω 5 Ιουνίου [1801]
ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟ: Ο Άγιος Νεομάρτυς Μάρκος καταγόταν από τη Σμύρνη. Ως γυρολόγος έμπορος εργαζόταν στην περιοχή του Κουσάντασι (Νέα Έφεσο) και απέναντι στη Χίο. Ήταν έγγαμος. Κάποια στιγμή, παρακινημένος από τον αδελφό του, πήγε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Έφεσο.
Εκεί έμπλεξε με κάποια γυναίκα χριστιανή, ονόματι Μαρία, και απατούσε τη σύζυγό του. Όμως, κάποιοι τον κατέδωσαν στον αγά της περιοχής και μια νύχτα συνελήφθη επ’ αυτοφώρω. Το πρωί, στο δικαστήριο, για να γλιτώσουν τη διαπόμπευση και τη σχετική ποινή, εξώμοσαν και οι δύο. Ο Μάρκος, αφού περιετμήθη, υιοθετήθηκε από τον ίδιο τον αγά, ενώ η Μαρία μπήκε στο χαρέμι του. Αργότερα την άφησε ελεύθερη να ζει σε δικό της σπίτι, δίνοντάς της και μισθό.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΦΥΓΗ: Ο Μάρκος, ως γιος του αγά, εξωτερικά συμπεριφερόταν σκληρά στους Χριστιανούς, ωστόσο ο έλεγχος της συνειδήσεώς του δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Έτσι κατέφυγε σε έναν έμπειρο πνευματικό να εξομολογηθεί. 

Ο πνευματικός αρχικά δεν τον δέχθηκε φοβούμενος μήπως ο “γιος” του αγά υποκρινόταν, αλλά τα δάκρυα και η επιμονή του Μάρκου τον έπεισαν. Στον ίδιο πνευματικό πήγαινε και η Μαρία. Και οι δύο ήθελαν οπωσδήποτε να φύγουν από τη Ν. Έφεσο και παρακαλούσαν τον πνευματικό να τους βοηθήσει. Είχαν περάσει ήδη εννιά μήνες από την εξώμοσή τους. Αυτός συμβούλευσε τη γυναίκα να υποκριθεί την άρρωστη. Ο γιατρός που την «εξέτασε», φίλος του πνευματικού, αποφάνθηκε πως μόνο στη Σμύρνη θα θεραπευόταν. Ο αγάς επέτρεψε να αναχωρήσει η Μαρία με τη συνοδεία του Μάρκου.
ΦΥΓΑΔΕΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ: Ο αγάς όμως γρήγορα αντελήφθη την εξαπάτηση και έστειλε μήνυμα στον πασά της Σμύρνης να τους συλλάβει. Ο Μάρκος τότε βρήκε ένα καράβι που αναχωρούσε για την Τεργέστη και παίρνοντας τη Μαρία έφυγαν. Από κάποια εμπόδια αναγκάστηκαν όμως να αποβιβαστούν στη Βενετία. Εκεί, αφού χρίσθηκαν με άγιο Μύρο, επανεντάχθηκαν στην Εκκλησία, ευλογήθηκε ο γάμος τους (πιθανότατα είχε πεθάνει η νόμιμη σύζυγός του ή ίσως είχε επέλθει η διάζευξη των συζύγων) και ζούσαν με μετάνοια και συντριβή.
ΠΙΣΩ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ: Αργότερα όμως, επειδή δεν μπορούσε ο άγιος να ησυχάσει, εξ αιτίας της άρνησής του, περιπλανήθηκε με την οικογένειά του μέχρι και τη Ρωσία. Τελικά επέστρεψε στις τουρκοκρατούμενες περιοχές και εξομολογήθηκε σε πολλούς πνευματικούς, ακόμη και Μητροπολίτες, τον σφοδρό πόθο του να μαρτυρήσει. Όλοι, όμως, προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν, τονίζοντάς του πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για τον ίδιο και τους άλλους χριστιανούς αλλά και ότι μπορεί να σωθεί απλώς και με την μετάνοια. Ο θερμότατος όμως πόθος του για ομολογία τον οδήγησε στη Ν. Έφεσο, όπου και είχε αρνηθεί τον Χριστό. Ο πνευματικός του ωστόσο δεν του έδωσε ευλογία να μαρτυρήσει εκεί, επειδή οι Τούρκοι ήσαν εξαγριωμένοι εξαιτίας του προσφάτου μαρτυρίου του αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου (5 Απριλίου του ιδίου έτους) και της καινούργιας εκκλησίας που χτιζόταν.
ΑΥΤΟΒΟΥΛΩΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Έτσι ο Μάρκος έφυγε και πήγε στη Χίο, όπου ύστερα από έντονη πνευματική προετοιμασία παρουσιάστηκε στον αγά. Στην ερώτηση του αγά τι θέλει στο δικαστήριο απάντησε: “Εγώ ήμουν Χριστιανός και ονομάζομαι Μάρκος. Κατάγομαι από τη Θεσσαλονίκη και γεννήθηκα στη Σμύρνη από γονείς χριστιανούς”. Στη συνέχεια ο άγιος ομολόγησε την αγία πίστη του και αποκήρυξε το Ισλάμ. Έβγαλε από το στήθος ένα σταυρό και τον φίλησε, πέταξε κάτω το σαρίκι του και φόρεσε ένα αγιορείτικο σκουφί. Ο αγάς με έκπληξη τον ρώτησε: “Είσαι τρελός ή μεθυσμένος, άνθρωπε”; “Ούτε τρελός ούτε μεθυσμένος είμαι”, απάντησε ο άγιος. Και στις κολακείες του αγά, που ακολούθησαν, το μόνο που έλεγε ήταν ότι είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του για τον Χριστό.
ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ: Τον έκλεισαν στη φυλακή και του έβαλαν τα πόδια στο “τουμπρούκι”, το τιμωρητικό ξύλο. Ο άγιος είχε τόση κατάνυξη που έψαλλε συνεχώς μελωδικότατα ύμνους. Ο Σούμπασης (αστυνόμος) από κακία μπήκε στο κελί και άνοιξε τέρμα το τιμωρητικό ξύλο, ώστε τα πόδια του αγίου ν’ ανοίξουν τόσο, όσο δεν γινόταν άλλο, προκαλώντας του αφόρητο πόνο. Ύστερα άρχισε να τον κλωτσάει, όπου εύρισκε, με αποτέλεσμα ο άγιος να αιμορραγεί από το στόμα. Παρόλ’ αυτά ευχαριστούσε συνέχεια τον Θεό για τα παθήματά του. Κάποιοι χριστιανοί κατόρθωσαν να μπουν στη φυλακή και να ενισχύσουν τον μάρτυρα. Αυτοί διηγήθηκαν και τον αγώνα του.
Μέσα στη φυλακή είχε πολλές αποκαλύψεις που τον στερέωσαν πνευματικά, ώστε να τελειώσει το μαρτυρικό του στάδιο. Επίσης η τοπική εκκλησία φρόντιζε να κοινωνεί ο άγιος τακτικά μέσα στη φυλακή το σώμα και το αίμα του Χριστού. Ακολούθησε η δεύτερη εξέταση, πότε με υποσχέσεις, πότε με απειλές. Ο άγιος σταθερά επέμενε στην πίστη του προκαλώντας και τους Μωαμεθανούς να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε όρμησαν όλοι και τον έσπρωχναν με λύσσα και τον χτυπούσαν τόσο που τον γκρέμισαν από τη σκάλα. Σ’ όλο το δρόμο για τη φυλακή ο σούμπασης και οι άλλοι τον ράβδιζαν και στη φυλακή τόσο πολύ άνοιξαν το ξύλο, ώστε κυριολεκτικά διαλύθηκαν τα πόδια του. Κι ο άγιος συνεχώς έψελνε και έλεγε: “Κύριε, δέξου με, εμένα, τον αρνητή Σου!”
ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ: Πολλοί χριστιανοί, από την πρώτη μέρα που συνελήφθη και βασανιζόταν ο άγιος άρχισαν αυστηρή νηστεία, ενώ αδιαλείπτως προσεύχονταν. Όλοι οι ναοί λειτουργούσαν κάθε μέρα και έψαλλαν συνέχεια την παράκληση όχι μόνο εκεί, αλλά ακόμη και στα σπίτια, θέλοντας να ενισχύσουν τον μάρτυρα. Ο ίδιος ο άγιος παρακαλούσε τους Χριστιανούς να προσεύχονται και να μη λυπούνται γι’ αυτόν. “Αύριο γίνεται ο γάμος μου”, έλεγε χαρακτηριστικά, “να χαίρεστε όχι να λυπάστε και να κλαίτε”. Ο ίδιος προείδε τον θάνατό του και ζήτησε συγχώρεση απ’ όλους, ενώ έστειλε τις ευχαριστίες του σ’ όσους του συμπαραστάθηκαν και τα σέβη του στους ιερωμένους.
ΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Τον έβγαλαν τέλος από τη φυλακή και, δέρνοντας, σπρώχνοντας και βρίζοντας, τον έφεραν στο δικαστήριο. Ήταν μαζεμένοι όλοι οι αγάδες και ο Μουφτής. Μετά την τρίτη ομολογία του, στις 5 Ιουνίου 1801, καταδικάστηκε στον δια ξίφους θάνατο. Βγήκε από το δικαστήριο καταχαρούμενος, το πρόσωπό του, λέγανε οι παριστάμενοι, έλαμπε. Και, παρόλο που τα πόδια του ήταν τσακισμένα και είχε δεμένα τα χέρια, κυριολεκτικά έτρεχε προς τον τόπο της εκτέλεσης σαν να μην πατούσε στη γη. Οι φύλακες έλεγαν μάλιστα ότι “οι δαίμονες τον πήγαιναν σηκωτόν στον αέρα[!]”, τόσο πολύ αναγκάζονταν να τρέχουν μαζί του.
Ο διοικητής και οι φύλακες με τα ξύλα στα χέρια αγωνίζονταν να συγκρατήσουν το πλήθος που μαζεύονταν για να δουν την άθληση του μάρτυρα. Όταν έφθασαν στον συνηθισμένο τόπο ο άγιος με χαρά γονάτισε μόνος του και είπε στον δήμιο: “Έλα, κτύπα!” Ο δήμιος, ίσως από αδεξιότητα, δεν κατάφερε με μια σπαθιά να τον αποκεφαλίσει και όχι μόνο αυτό αλλά του έφυγε και το σπαθί από τα χέρια. Ο άγιος έπεσε κάτω μαζεμένος, ακίνητος, χωρίς να ταράσσεται, η να φωνάζει. Ο δήμιος άρπαξε το σπαθί και με πολλά και γρήγορα χτυπήματα τον αποκεφάλισε. Οι Χριστιανοί δόξαζαν τον Θεό. Πολλοί έτρεξαν στις εκκλησίες, όπου εξέφραζαν τη χαρά τους ψάλλοντας ύμνους για το μάρτυρα. Όλοι με ασυγκράτητη ορμή χωρίς να υπολογίζουν χρήματα ζητούσαν ν’ αποκτήσουν ως ευλογία κάτι από τον μάρτυρα. Ακόμη και χώμα βρεγμένο με το αίμα του η κομμάτι από τα ρούχα του. Το άγιο λείψανο, που ευωδίαζε, κατόρθωσαν οι Χριστιανοί να το πάρουν και να το ενταφιάσουν δωροδοκώντας τους Αγαρηνούς με πολλά χρήματα.
Άγιε Μάρτυρα του Κυρίου Μάρκο, ας έχουμε την ευχή σου!

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΗΚΩΝΕΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΨΗΛΑ


Φωτογραφία του τρελογιαννη.

Θες να παντρευτείς,
και κλείνεσαι όλη μέρα σπίτι.
Θες να μονάσεις,
κι όλη μέρα κινητό και γνωριμίες.
Θες φως,
μα σκάβεις υπόγεια.
Έχεις σάκχαρο και τρως γλυκό.
Σ’ αρέσει το ωραίο κορμί,
και παραγγέλνεις πιτόγυρα.
Γράφεσαι γυμναστήριο,
και μετά κάνεις μήνες να πατήσεις.
Αγαπάς το Θεό,
μα μισείς ένα σωρό κατηγορίες ανθρώπων.
Είσαι χριστιανός,
και διαρκώς βουλιάζεις στην απελπισία.
Κοινωνάς,
μα δεν λάμπεις ούτε σα πυγολαμπίδα – έστω.

Μιλάς για την πίστη σου,
μα τελικά, ρε φίλε,
δεν πιστεύεις
πουθενά και τίποτα.


trelogiannis
 

«Χωρίς Πατέρες ὅλα ἐπιτρέπονται»!


Toῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πανεπιστημίου
Ἀπό τήν ἁγιοπατερική παράδοση στήν «μεταπατερική ἀσυνέχεια»
Παράδοση στήν γλῶσσα τῆς Ὀρθοδοξίας σημαίνει τήν ἀδιάκοπη συνέχεια τοῦ ὀρθοδόξου τρόπου ὑπάρξεως, πού κλείνει μέσα του τήν ἀληθινή πίστη, ὡς φρόνημα καί στάση ζωῆς σέ ὅλες τίς πτυχές της.
1. Ἡ Θεολογία καί Ποιμαντική Πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέχρι τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Ὀθωμανούς (1453) εἶχε ὡς κύριο στόχο της τήν διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς τῆς« ἅπαξ τοῖς ἁγίοις παραδοθείσης πίστεως» (Ἰούδ. 3), γιά τήν συνέχεια τῆς ὁμολογίας καί παραδόσεως τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Αὐτό ὅμως ἀπαιτοῦσε καί τήν λόγῳ καί ἔργῳ ἀπόκρουση τῶν αἱρέσεων γιά τήν προστασία τοῦ Ποιμνίου καί τήν διασφάλιση τῆς δυνατότητας σωτηρίας, δηλαδή θεώσεως.
Ἔτσι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό τόν 15ο ὥς τά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα παρέμεινε ἀμετακίνητη στή στάση της ἀπέναντι στόν δυτικό χριστιανισμό, τόν παπισμό καί τόν προτεσταντισμό (λουθηρανισμό, καλβινισμό, κ.λπ.) καί τόν ἀγγλικανισμό, πού χαρακτηρίζονται σαφῶς ὡς....
αἱρετικές ἐκπτώσεις ἀπό τή Μία Ἐκκλησία.
Στά ὀρθόδοξα δογματικοσυμβολικά κείμενα [1] αὐτῆς τῆς περιόδου ἐκφράζεται θετικά ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική πίστη καί ἀποκρούονται οἱ πλάνες τῶν δυτικοχριστιανικῶν ὁμάδων, πού ἔχουν στερηθεῖ τόν χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας, σέ μία ἀδιατάραχτη συνέχεια καί συμφωνία μέ τήν βυζαντινή ἀντιρρητική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Παρέμεινε ἔτσι ἀκμαία ἡ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία, κατά τήν ὁποία «ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἀνατολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία οὐ μόνον αἱρετικόν οὐ προσίεται δόγμα, ἀλλά καί τάς ὑποψίας αὐτάς ἀποκρούεται» [2].
Ὁμολογεῖται, ἐπίσης, χωρίς περιστροφές, ὅτι «αὐτή μόνη ἡ τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων (πάλαι μέν Ἑλλήνων, νῦν δέ Γραικῶν καί Νέων Ρωμαίων διά τήν Νέαν Ρώμην καλουμένων) χριστιανῶν πίστις ἐστίν ἀληθής μόνη ἀκραιφνεστάτη» [3].
Μέ ἀπόλυτη δέ κατάφαση τῆς ὀρθοδόξου ταυτότητος διαπιστώνεται, ὅτι «τά λουθηροκαλβινικά καί παπιστικά δόγματα οὐ συνάδει τῇ Ὀρθοδόξῳ ἡμῶν πίστει, ἀνθίστανται δέ μᾶλλον αὐτῇ καί πόρρω τῆς ἀληθείας ἀπεσχοίνισται» [4] (ἒχουν ἀπορριφθεῖ).
Μόνη, συνεπῶς, παραδεκτή βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἑνότης τῆς πίστεως καί ἡ ὁμοφροσύνη στά δόγματα διά τῆς ἀνεπιφυλάκτου παρά τῶν ἑτεροδόξων ἀποδοχῆς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων. Μέ βάση δέ τήν σχετική δἠλωση τοῦ ἁγίου Μάρκου διακηρύσσεται ἐκ νέου ὅτι «ἐν τοῖς θείοις δόγμασιν οὐδαμοῦ χώραν ἔχει ποτέ ἡ οἰκονομία ἢ συγκατάβασις» [5]. Καί ὅλα αὐτά λέγονται σέ περίοδο ἐξουθενωτικῆς δουλείας καί ταπεινώσεως τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων.

2. Ἡ ἀταλάντευτη αὐτή στάση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας ἀπέναντι στήν ἑτερόδοξη Δύση ἄλλαξε ἐπίσημα στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνα, ἐπί πατριαρχίας Ἰωακείμ τοῦ Γ΄(+1912). Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ πνεῦμα θετικό ἐγκαινιάζεται στό ἐθναρχικό κέντρο μία νέα στάση ἀπέναντι στήν ἀποκρουόμενη ἕως τότε Δύση, κατά τό πνεῦμα τοῦ φιλοδυτικισμοῦ καί τῶν «οἰκουμενικῶν σχέσεων». Τό κύριο σημεῖο ἀναφορᾶς δέν θά εἶναι πλέον ἡ Ἀνατολή, ἀλλά ἡ Δύση, μέ ὅ,τι αὐτή ἐκφράζει. Ἡ ἀλλαγή αὐτή ὁριοθετεῖται ἀπό τρία σπουδαῖα κείμενα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τήν Ἐγκύκλιο τοῦ πατριάρχου Ἰωακείμ Γ΄ τό 1902 [6], τό Διάγγελμα τοῦ 1920 [7] καί τήν Ἐγκύκλιο τοῦ 1952 [8]. Ἡ πρώτη πραγματοποιεῖ τό οἰκουμενιστικό ἄνοιγμα στὴ Δυτική Χριστιανοσύνη, ἐνῷ τά ἄλλα ἔχουν καθαρά προγραμματικό χαρακτῆρα, ἐγκαινιάζοντας καί προωθώντας τήν πορεία πρός τόν Οἰκουμενισμό μέ τήν «Οἰκουμενική Κίνηση». Ἡ συμμετοχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σ’ αὐτήν ὁδήγησε στίς σημερινές ἐλεγχόμενες ἀπό τήν ὀρθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Αὐτό ὅμως συνδέεται ἄμεσα μέ τήν προοδευτική ἐξίσωση τῶν δυτικῶν ὁμολογιῶν μέ τή Μία Ἐκκλησία, τήν Ὀρθοδοξία. Μέ τό Διάγγελμα τοῦ 1920 τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο προσέφερε τόν καταστατικό χάρτη γιά τήν στάση, πού ὄφειλε νά τηρήσει στό μέλλον ἡ ὀρθόδοξη παράταξη μέσα στήν Οἰκουμενική Κίνηση.
Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1902 ἄνοιξε τόν δρόμο στή συμμετοχή μας στήν Οἰκουμενική Κίνηση, τό Διάγγελμα τοῦ 1920 προετοίμασε τήν εἴσοδό μας στό ΠΣΕ, ἐνῷ ἡ ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρα Ἐγκύκλιος τοῦ 1952 [9] λειτούργησε ὡς ὁλοκλήρωση καί ἐπισφράγιση τῆς προγραμματισμένης αὐτῆς πορείας. Γι’ αὐτό μεγάλοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι, ὅπως ὁ Ἰωάννης Καρμίρης καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρά τήν ἀφοσίωσή τους στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, δέν παρέλειψαν νά ἐκφράσουν τόν δισταγμό τους στά ἀνοίγματα αὐτά καί τίς ἐπιφυλάξεις τους γιά τίς μέσῳ αὐτῶν δρομολογημένες ἐξελίξεις [10].
Ὑπεύθυνη ὅμως καί ἀντικειμενική κριτική στήν Οἰκουμενική Κίνηση ἔχει ἀσκήσει ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος (Πόποβιτς), χαρακτηρίζοντας τόν Οἰκουμενισμό μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο:
«Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι κοινόν ὄνομα διά τούς ψευδοχριστιανούς, διά τάς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδιά ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὐμανισμῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν παπισμόν. Ὅλοι δέ αὐτοί οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τήν ἄλλην αἵρεσιν . Τό κοινόν εὐαγγελικόν ὄνομά των εἶναι ἡ παναίρεσις». Καί διερωτᾶται:
«Ἦτο ἄραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτό τό πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶμα καί ὀργανισμός τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, νά ταπεινωθῆ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί της θεολόγοι, ἀκόμη καί ἱεράρχαι, νά ἐπιζητοῦν τήν ὀργανικήν μετοχήν καί συμπερίληψιν εἰς τό ΠΣΕ; Ἀλλοίμονον, ἀνήκουστος προδοσία» [11].
Ὁ οἰκουμενισμός σ’ ὅλες τίς διαστάσεις καί ἐκδοχές του ἔχει ἀποβεῖ ἀληθινή βαβυλώνιος αἰχμαλωσία σχεδόν ὅλων τῶν τοπικῶν ἡγεσιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ καύχηση καί ὁ αὐτοθαυμασμός τῶν οἰκουμενιστῶν μας «γιά μία δῆθεν νέα ἐποχή, πού ἄνοιξε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο» μέ τίς πατριαρχικές Ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902 καί 1920, δέν δικαιώνονται, διότι «αὐτό πού κατορθώθηκε εἶναι νά νομιμοποιήσουμε τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα τοῦ παπισμοῦ καί τοῦ προτεσταντισμοῦ». Αὐτό εἶναι τό κατασταλαγμένο συμπέρασμα τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση [12], τό ὁποῖο ἀδίστακτα προσυπογράφω.

3. Εἶναι, λοιπόν, φανερό ὅτι ὁ οἰκουμενισμός ἀποδείχθηκε πλέον ὡς ἐκκλησιολογική αἵρεση, ὡς ἕνας «δαιμονικός συγκρητισμός», πού ἐπιδιώκει μία ὁμοσπονδιακή ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν δυτική αἱρετική πανσπερμία. Ἔτσι ὅμως, ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἐπηρεάζει σωτηριολογικά τόν μή ὀρθόδοξο κόσμο, διότι ἔχει ἐγκλωβιστεῖ αὐτή, στά πρόσωπα τῶν κατά τόπους ἡγεσιῶν της, στίς παγίδες τοῦ οἰκουμενισμοῦ, πού κατεργάζονται τήν φθορά καί τήν ἀλλοτρίωσή της.
Ἀντί, λοιπόν, ἡ ἐκκλησιαστική ἡγεσία μας, νά ἀκολουθεῖ τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων Πατέρων μας στή διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς τῆς μόνης δυνατότητας σωτηρίας ἀνθρώπου καί κοινωνίας, πράττει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Συμφύροντας τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν αἵρεση, στά ὅρια τοῦ οἰκουμενισμοῦ, καί οὐσιαστικά καταξιώνοντας τήν αἱρετική πλάνη, ἐπιφέρει τήν ἄμβλυνση τῶν κριτηρίων τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος καί στερεῖ καί αὐτό καί τόν κόσμο ἀπό τήν δυνατότητα σωτηρίας.
Στήν κατεύθυνση δέ αὐτή ἀκριβῶς ἀποδεικνύεται δαιμονική ἡ παρέμβαση τῆς λεγομένης «Μεταπατερικῆς Θεολογίας», ἡ ὁποία προσφέρει θεολογική κάλυψη καί στήριξη στήν οἰκουμενιστική μας ὑστερία καί στήν κατεδάφιση τῶν πατερικῶν καί παραδοσιακῶν μας θεμελίων. Αὐτό δέν γίνεται, βέβαια, μέ τήν κατ’ εὐθεῖαν πολεμική κατά τῆς συνοδικῆς καί πατερικῆς πίστεως –τοὐναντίον αὐτή συχνά ἐπαινεῖται ὑποκριτικά καί ἐξαίρεται- ἀλλά μέ τήν ἀμφισβήτηση τῶν νηπτικῶν προϋποθέσεών της, τήν ἀποφυγή τῆς καταδίκης τῶν αἱρέσεων καί τήν de facto, ἔτσι, ἀναγνώρισή τους ὡς Ἐκκλησίας, σωτηριολογικοῦ δηλαδή μεγέθους, ἰσοτίμου μέ τήν Ὀρθοδοξία.
Μέ αὐτό τόν τρόπο παραμερίζονται τελικά οἱ ἅγιοι Πατέρες καί ἡ διδασκαλία τους μέ τήν ἀνομολόγητη ἀνατροπή τῆς πίστεως καί πράξεως τῆς ἁγιοπατερικῆς Παράδοσης. Ἡ μεταπατερικότητα, δηλαδή, εἶναι, στήν οὐσία τηςἀντιπατερικότητα, διότι ἀποδυναμώνει τήν πατερική παράδοση, χωρίς τήν ὁποία ἡ Ὀρθοδοξία παραμένει ἀθωράκιστη στή δίνη τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τήν ἐξυπηρέτηση τῶν σχεδίων τῆς Νέας Ἐποχῆς. Καί γιά νά παραφράσουμε τόν Ντοστογιέφσκυ: «Χωρίς Πατέρες ὅλα ἐπιτρέπονται»!
Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο ὅμως τόν Παλαμᾶ, «τοῦτό ἐστιν ἀληθής εὐσέβεια, τό μή πρός τούς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν»!
Ἡ ἀπόλυτη δηλαδή ὑπακοή στούς Ἁγίους Πατέρες μας.


1. Βλ. Ἰω. Ν. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. 1, Ἀθῆναι 19602 καί τ. ΙΙ, Άθῆναι 1953.
2. «Ἀποκρίσεις… πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, Ἰ. Καρμίρη, σ. 791.
3. Στό ἴδιο, σ. 789.
4. Στό ἴδιο, σ. 793.
5. Στό ἴδιο, σ. 791.
6. Βλασίου Ι. Φειδᾶ, Αἱ Ἐγκύκλιοι τοῦ 1902 καί τοῦ 1904 ὡς πρόδρομοι τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ οἰκουμενικῇ προοπτικῇ τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξία 2003, σ.129-139 (ἐδῶ:129).
7. Διάγγελμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «Πρός τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», Ἰω. Καρμίρη, σ. 950.
8. Στό ἴδιο, σ. 960.
9. Ἀπευθύνεται «πρός τάς αὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας».
10. Ὁ μέν π. Φλωρόφσκυ τό 1961 ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό ΠΣΕ, ὁ δέ Ἰωάννης Καρμίρης (τὸ 1953) δηλώνει περίφροντις ἀπό τίς ἐξελίξεις: «Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἀνεπιφύλακτος καί ἄνευ ὅρων συμμετοχή (τῆς Ὀρθοδοξίας) εἰς δογματικά συνέδρια καί ἡ ὀργανική σύνδεσις αὐτῆς μετά πολυαρίθμων ποικιλωνύμων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν καί αἱρέσεων ἐπί βάσεως δογματικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς ἐν τῷ Παγκοσμίῳ Συμβουλίῳ τῶν Ἐκκλησιῶν θά ἐσήμαινε παρέκκλισιν ἀπό τῆς ὑπό τοῦ Πατριαρχικοῦ Διαγέλματος τοῦ 1920 χαραχθείσης γραμμῆς περί συνεργασίας αὐτῆς μόνον ἐν τοῖς ζητήμασι τοῦ Πρακτικοῦ Χριστιανισμοῦ καί γενικῶς δέν θά ἦτο σύμφωνος πρός τάς θεωρητικάς ἀρχάς τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν μακραίωνα παράδοσιν αὐτῆς, ὡς καί τήν διδασκαλίαν καί πρᾶξιν τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν μεγάλων Πατέρων αὐτῆς» (ὅπ. π., σ. 953).
11. π. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ Οἰκουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 224.
12. Βλ. ἄρθρο του στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» τῆς 16.7.2004.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα



Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ πρόκειται γιὰ μιὰ ἐμπειρικὴ πίστη καὶ ὄχι στοχαστικὴ διακήρυξη (Β, 48). Οἱ θεοπτες, κατὰ τὴν ἐμπειρία, βλέπουν «τρίφωτον θεότητα». Τὰ δυὸ Φῶτα ἔχουν πηγὴ τὸ πρώτον Φῶς, τὸ δεύτερο προέρχεται ἀπὸ τὸ πρῶτο, ἀλλὰ ἔχει σῶμα, καὶ τὸ τρίτο ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸ πρῶτο Φῶς, ἀλλὰ δὲν ἔχει σῶμα (Β, 49).
Κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μόνη ἀπόδειξη περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεού δεν εἶναι ἡ εὐδαιμονία (Θωμὰς Ἀκινάτης), ἀλλά η ἀποκάλυψή Του στοὺς ἁγίους μεσα στὴ δόξα Του καὶ ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν θέα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς θεώσεώς του (Β, 50). Ὁ Θεὸς ἀνήκει στὸ ἀΐδιο, οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄγγελοι στὸ αἰώνιο καὶ ὁ ἄνθρωπος στὸν χρόνο. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει ὅλα ὅσα γίνονται στὸν χρόνο Β, 52).
Γιὰ τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ δὲν ὁμιλεῖ μόνον ἡ Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ καὶ ἡ Παλαιά, μὲ ἄλλη ὁρολογία. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὀκτακόσια χρόνια πρὸ Χριστοῦ, εἶδε «τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου» καὶ ἦταν «πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ». Ἐδῶ ὑπάρχει ἐμφάνιση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Κυρίου τῆς δόξης, τοῦ Γιαχβέ. Ἔτσι εἶναι: ὁ Θεὸς (Ἐλοχίμ), ὁ Κύριος της δόξης (Γιαχβὲ) καὶ τὸ....
«Πνεῦμα Κυρίου» (Β, 60).
Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐμφανίσθηκε στὴν καταφλεγόμενη καὶ μὴ κατακαιόμενη βάτο καὶ ὁ Μωϋσῆς ἔβλεπε τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς φῶς καὶ αὐτὴ ἡ δόξα-φῶς εἶναι ταυτόσημη στὰ πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος Ἔχουν τὴν ἴδια δόξα, ὅπως φαίνεται καὶ στὴν ἐμπειρία (Β, 64). Ὁ ἄγγελος ποὺ ἐμφανίσθηκε στὸν Ἰακὼβ καὶ πάλεψε μαζί του ἤταν ο Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοὺ (Β, 66).
Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες ἐν τῷ ἀσάρκω Λόγω ἔβλεπαν τὸν Πατέρα καὶ γενικὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς δόξα, ὡς φῶς. Οἱ Προφῆτες γνώρισαν τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκαν μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας (Β, 67).
Σὲ ὅλες τὶς θεοφάνειες εἶναι ὁ Χριστὸς ποὺ ἐμφανίζεται στοὺς Προφῆτες. Σὲ ὅλες τὶς θεοφάνειες. Ὁ Χριστὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ Κύριος τς δόξης, ὁ Γιαχβέ, ὁ Κύριος Σαβαώθ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος κ.ο.κ. (Β, 69)..

ANTΙΔΡΑΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ! ΟΧΙ ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ - ΤΕΛΟΣ Η ΑΝΟΧΗ !

"Και την ζωή μας ενάντια στο τέμενος και τη κάρτα του πολίτη" διαδηλώνουν