Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Αθήνα - Το καμαράκι του Παπαδιαμάντη



Μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό καμαράκι φιλοξενούσε για λίγα χρόνια ο καλόγερος Νήφων τον Παπαδιαμάντη.


Ο Παπαδιαμάντης έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αθήνα, σε συνθήκες μεγάλης ανέχειας. Έμενε συνήθως σε ενοικιαζόμενα δωματιάκια εντός αυλής, στα οποία στεγάζονταν και άλλες οικογένειες. Ήταν τόσο κακές οι συνθήκες διαμονής του, που μια νύχτα λίγο έλειψε να σκοτωθεί όταν κατέρρευσε από τη δυνατή βροχή 

η στέγη ενός παλιόσπιτου που νοίκιαζε στην οδό Αριστοφάνους 18.


Δεν είχε χαρτί να γράψει
Δυσκολευόμενος να πληρώσει το νοίκι και με κακή κατάσταση υγείας κατέφυγε στις αρχές της δεκαετίας του 1880 στον ναό των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή, όπου δούλευε ως νεωκόρος ο καλόγερος Νήφων, ο οποίος καταγόταν από τη Σκιάθο και ήταν παιδικός του φίλος. Ο Νήφων τού προσέφερε φιλοξενία στο ίδιο καμαράκι που κοιμόταν και ο ίδιος στον περίβολο της εκκλησίας.
Ο Παπαδιαμάντης στη Δεξαμενή το 1906, όπως τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας.


Ο Παπαδιαμάντης στη Δεξαμενή το 1906, όπως τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας.
Ο Παπαδιαμάντης έμεινε αρκετά χρόνια σ’ εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο, που έμοιαζε με λαγούμι. Παρόλο που αυτός και ο Νήφων ήταν εξαιρετικά ολιγαρκείς, πρέπει να υπέφεραν από την υγρασία και το στρίμωγμα. Λέγεται, μάλιστα, ότι εκεί έγραψε μεγάλο μέρος της «Φόνισσας».
Ούτε χαρτί δεν είχε να γράψει και ευτυχώς που του έδινε χαρτοσακούλες ένας Τριπολιτσιώτης ταβερνομπακάλης, που τον έλεγαν Καχριμάνη και είχε το μαγαζί του στου Ψυρρή, λίγα μέτρα παρακάτω από τους Αγίους Αναργύρους. Έκοβε ο Παπαδιαμάντης τις σακούλες σε ορθογώνιο σχήμα και έβγαζε από αυτές φύλλα χαρτιού, επάνω στα οποία έγραφε τα διηγήματά του.
Είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια έτρωγε σχεδόν κάθε μέρα στην ταβέρνα του Καχριμάνη, του οποίου συχνά έπλεκε το εγκώμιο, σαν να επρόκειτο για κάποια ξεχωριστή προσωπικότητα. Τον θεωρούσε άνθρωπο του Θεού επειδή του έδινε χαρτί για να γράφει. Χωρίς εκείνον τον ευλογημένο ταβερνιάρη ποιος ξέρει πόσα από τα έργα του Παπαδιαμάντη δεν θα έβλεπαν το φως.
Τα παραπάνω και πολλά ακόμα περιστατικά από τη ζωή του Παπαδιαμάντη μάς τα διηγιόταν ο ιερέας των Αγίων Αναργύρων Παναγιώτης Μπεκιάρης. Πηγαίναμε αρκετά συχνά στον ναό για να βάλουμε ένα κερί και να ακούσουμε ιστορίες για τον ταπεινό συγγραφέα και την παλιά Αθήνα.
Την τελευταία φορά που ξαναπήγαμε δεν τον βρήκαμε εκεί, επειδή όπως μας είπαν έχει αρρωστήσει βαριά. Στη θέση του ήταν ένας άλλος ιερέας, ο Χρυσόστομος Ευστρατίου, ο οποίος είναι κι αυτός λάτρης του Παπαδιαμάντη.



Το ίδιο ψαλτήρι
Τίποτα σχεδόν δεν έχει αλλάξει στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, από τότε που έζησε εκεί ο Παπαδιαμάντης. Ακόμα και το ψαλτήρι στο οποίο έψελνε είναι το ίδιο. Δυστυχώς, όμως, έκλεισε η ταβέρνα του Καχριμάνη, που λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης της είχε κρατήσει το όνομα του Καχριμάνη στην επιγραφή και προκαλούσε νοσταλγία στους λάτρεις του Παπαδιαμάντη. Σήμερα το μαγαζί είναι ξενοίκιαστο λόγω της φοβερής οικονομικής κρίσης και η πινακίδα έχει αφαιρεθεί.
Μπορεί τα ίχνη του Παπαδιαμάντη να χάνονται με το πέρασμα του χρόνου, αλλά το έργο και το παράδειγμά του παραμένει αθάνατο. Ήταν ένας σεμνός γίγαντας της σκέψης με αισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης, που δόξασε την πατρίδα του χωρίς να ζητήσει και να λάβει απ' αυτή απολύτως τίποτα.

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΗΓΗ: www.greecewithin.com










Μουσική - Στίχοι: Στέργιος Παρίζας | Για όλα όσα μου έμαθες....


Ο μικρός μου ο Μιχάλης, είναι καλό παιδί
Ο μικρός μου ο Μιχάλης, είναι ο δικός μου ο μαθητής
Ο μικρός μου ο Μιχάλης, σα βγαίνει στην αυλή
Ο μικρός μου ο Μιχάλης, πετάει σαν πουλί
Ο μικρός μου ο Μιχάλης, έχει πολλούς φίλους
Ο μικρός μου ο Μιχάλης, αγαπάει και τους σκύλους
Ο μικρός μου ο Μιχάλης, χαμογελάει πολύ
Ο μικρός μου ο Μιχάλης, μου κάνει όμορφη τη ζωή!

Ποτέ να μην ξεχνάς να αγαπάς
Τα όνειρά σου μην τα παρατάς
Ποτέ να μην ξεχνάς να βλέπεις με τα μάτια της ψυχής
Και όταν λες πως δεν μπορείς τα λόγια μου αυτά να θυμηθείς

Ποτέ να μην ξεχνάς και να πετάς
Στα σύννεφα κι ακόμα πιο ψηλά
Να ζωγραφίζεις τα φτερά και μη σε νοιάζει ο ήλιος αν θα βγει
Και όταν λες πως δεν μπορείς τα λόγια μου αυτά να θυμηθείς

Ποτέ να μην ξεχνάς να κολυμπάς
Σε λίμνες που δεν έχεις δει ξανά
Ταξίδεψε όσο μπορείς και φτιάξε τη βαλίτσα στη στιγμή
Και όταν δεις τις ομορφιές τα λόγια μου αυτά να θυμηθείς

Ποτέ να μην ξεχνάς και να νοιαστείς
Για όλα αυτά που αξίζουν στη ζωή
Να δίνεις πάντα απλόχερα όσα μπορείς να μοιραστείς
Και θα 'σαι πάντα πλούσιος με ένα πολύ γλυκό γλυκό φιλί.

ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΚΥΡΙΕ

Τα τέσσερα πράγματα που σκοτίζουν την ψυχή. Μίσος, εξουδένωση, ζήλεια, γογγυσμός



237913e1ec677673cfb9d7cc32c9f080_L

Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη

 Ο άνθρωπος για να έχει πνευματική ζωή, να έχει το φως στη ζωή του, πρέπει να έχει τελεία επικοινωνία με το περιβάλλον του. Από τη στιγμή που δεν έχει αυτή την απλή, την φυσική, την άνετη εγκατάλειψη και παράδοση του εαυτού του στον άλλον, και επομένως την βίωση του άλλου ως οικείου μέλους, δεν μπορεί να έχει Θεόν. Γι' αυτό σκοτίζεται η ψυχή, όταν κλονίζεται η σχέση της με τον Θεό. 

Μίσος 
 Πως όμως κλονίζεται; Με το να μισεί τον πλησίον του. Το μισώ τον πλησίον έχει κατά κύριον λόγο ενεργητική έννοια και σημαίνει, κτυπώ, αρνούμαι, επιτίθεμαι εναντίον του άλλου. Εκφράζει την επιθετική διάθεση της ψυχής. Αντί να έχω φυσική σχέση με τον άλλον, να τον βάζω στην καρδιά μου, έχω το μίσος, που είναι μία έξοδος του άλλου από την καρδιά μου και από την ζωή μου. 

Μίσος λοιπόν είναι να βλέπω ως έτερον τον άλλον, να τον πετάω έξω από την καρδιά μου, να μην το θεωρώ ως είναι μου. Αντί να δω ότι ο άλλος είμαι εγώ, βλέπω ότι είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό μπορεί να είναι φυσικό για τους ανθρώπους του κόσμου, αλλά για μας, που είμαστε σώμα Χριστού, είναι αφύσικο. Το μίσος είναι εκ των μεγάλων αμαρτημάτων, διότι είναι απόρροια μεγάλης εμπαθείας και δείχνει ότι ο άνθρωπος δούλεψε πολλά χρόνια στην αμαρτία και τα πάθη, και έχει σκληρυνθεί τόσο πολύ η καρδιά του, ώστε κατά κάποιο τρόπο έγινε ανώμαλη και όχι μόνο δεν μπορεί να αγαπήσει, αλλά και μισεί. Χρειάζεται πολύ δάκρυ για να αποβάλλει κάποιος το μίσος. Δεν είναι υπόθεση μιας αποφάσεως απλώς ή αγώνος μιας μέρας. Όταν μισώ κάποιον, δεν μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον μισώ. Μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον χτυπήσω, να μην τον βλάψω, αλλά για να μην τον μισώ πλέον, χρειάζεται μια εσωτερική κάθαρσις. Το μίσος προς τον πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι” αυτό και συσκοτίζει την ψυχή. Εξουδένωση Πως αλλιώς κλονίζεται η σχέση με τους άλλους; 

Με την εξουδένωση. Με το να ταπεινώνεις τον άλλον. Με το να τον κρίνεις. Όταν όμως κρίνω τον άλλον, τον βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Είναι τόσος ο εγωισμός του ανθρώπου, ώστε τίποτε δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον της κρίσεώς του, ούτε ένας Θεός, πόσο μάλλον ένας άνθρωπος. Το να θεωρώ τον άλλον ως κατώτερο, περισσότερο όμως το να το εκφράζω, είναι κεφαλαιώδες αμάρτημα. 

Ζήλεια
 Άλλη μορφή σχέσεώς μας με τους ανθρώπους, η οπο
 ία διαταράσσει την ειρήνη και την ενότητα, είναι η ζήλεια με όλες τις έννοιες. Ζηλεύω κάποιον από αγάπη, τον θεωρώ δικό μου και ενώνομαι αναπόσπαστα μαζί του. Η ένωση αυτή δεν είναι εν τω σώματι του Χριστού, είναι μία υποβίβαση του σώματος του Χριστού σε ανθρώπινη σχέση. Είναι επίσης μία πλήρης μοιχική εσωτερική ενέργεια. Αν πάρουμε την ζήλεια με την έννοια ότι ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο και τον απωθώ, τότε η ζήλεια είναι έκφραση εσωτερικής αδυναμίας αλλά και ανώμαλης αγάπης. Δηλαδή τον αγαπώ κατά τρόπο εγωιστικό και αποκλειστικό, πιστεύω ότι έχω δικαιώματα στη ζωή του και ότι αυτός έχει υποχρεώσεις απέναντί μου, ότι πρέπει να μου δίνει λογαριασμό για το που πηγαίνει και τι κάνει. Η ζήλεια λοιπόν είναι διαταραχή των σχέσεών μας λόγω περισσής εσωτερικής ψυχικής ενέργειας. 

Ζήλεια είναι κάθε στροφή προς τον άλλον, που ξεκινάει από κάτι υπερβολικό, από έναν ζήλο, από μία ζέση, από μία βράση. Επομένως ζήλος μπορεί να είναι το ενδιαφέρον μου, η αγάπη μου, η φροντίδα μου να τον σώσω, να τον βοηθήσω να βγει από την αμαρτία, να γίνει παιδί του Θεού. Αυτή η ζέσις είναι ένας αφύσικος εσωτερικός οργασμός, μία αφύσικη πνευματική συσσωμάτωση. 

Γογγυσμός 
Το αντίθετο της ζήλειας είναι ο γογγυσμός, ο οποίος επίσης προέρχεται από αδυναμία της ψυχής. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, αρνούμαι, παραπονούμαι, είμαι στενοχωρημένος, δεν ικανοποιούμαι. Αυτόν τον γογγυσμό τον εκφράζω στο περιβάλλον μου, στα γραπτά μου, στην προσευχή μου. Ζητώ λόγου χάριν, κάτι από τον άλλον, ή προσδοκώ ή απαιτώ κάτι. Δεν μου το δίνει όμως, γιατί και αυτός είναι απορροφημένος από τον δικό του αγώνα και πόθο, από την δική του σκέψη, αμαρτία, χαρά, από τη δική του ακολασία, αγιότητα ή αρετή. Τότε πέφτω σε έναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιούμαι στην σκέψη του. Προσεύχεται αυτός, νομίζω ότι με αφήνει μοναχό μου. Ενδιαφέρεται για μένα, νομίζω ότι δεν το έκανε από αγάπη ή ότι το έκανε ελλιπές. Ο γογγυσμός είναι το ανικανοποίητο που νοιώθουμε στη ζωή μας και προέρχεται από ένα μειονεκτικό εγώ. Η ζήλεια προέρχεται από ένα εγώ υπερτροφικό, ενώ η εξουδένωση από ένα εγώ αυτοτρεφόμενο και αυτοδυναμούμενο άνευ Θεού, που βλέπει τον άλλον κατώτερο, μηδαμινό. Το μίσος είναι η διαφοροποίηση, η απώθηση του άλλου από την ύπαρξη μας. 

πηγή:Aπό το βιβλίο «ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ» ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΑ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΑΡΧ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

ΔΕΚΑ ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ




1.) Ἐπειδή βλέπω τόν μεγάλο σάλο εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας, ἐξαἰτίας τῶν διαφόρων φιλενωτικῶν κινήσεων καί τῶν ἐπαφῶν τοῦ Πατριάρχου (Ἀθηναγόρα) μετά τοῦ Πάπα, ἐπόνεσα κι ἐγώ σάν τέκνον Της καί ἐθεώρησα καλόν, ἐκτός ἀπό τίς προσευχές μου, νά στείλω κι ἕνα μικρό κομματάκι κλωστή (πού ἔχω σάν φτωχός Μοναχός), διά νά χρησιμοποιηθεῖ κι αὐτό, ἔστω γιά μιά βελονιά, διά τό πολυκομματιασμένο φόρεμα τῆς Μητέρας μας… 
*****
2.) Φαντάζομαι ὅτι θά μέ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι τά γραφόμενά μου δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας βαθύς μου πόνος διά τήν γραμμήν καί κοσμικήν ἀγάπην δυστυχῶς τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα.
Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μιάν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, πού λέγεται Παπική «Ἐκκλησία», διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δέν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδή εἶναι πολύ σεμνή. Αὐτή ἡ ἀγάπη, πού ἀκούσθηκε ἀπό τήν Πόλι, βρῆκε ἀπήχησι σέ πολλά παιδιά του, πού τήν ζοῦν εἰς τάς πόλεις. Ἄλλωστε αὐτό εἶναι καί τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας: ἡ οἰκογένεια νά χάση τό ἱερό νόημά της, πού ὡς σκοπόν ἔχουν τήν διάλυσιν καί ὄχι τήν ἕνωσιν…
Μέ μιά τέτοια περίπου κοσμική ἀγάπη καί ὁ Πατριάρχης μας φθάνει στή Ρώμη. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά δείξη ἀγάπη πρῶτα σέ μᾶς τά παιδιά του καί στή Μητέρα μας Ἐκκλησία, αὐτός, δυστυχῶς, ἔστειλε τήν ἀγάπη του πολύ μακριά. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἀναπαύσει μέν ὅλα τά κοσμικά παιδιά, πού ἀγαποῦν τόν κόσμο καί ἔχουν τήν κοσμικήν αὐτήν ἀγάπην, νά κατασκανδαλίση, ὅμως, ὅλους ἐμᾶς, τά τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρά καί μεγάλα, πού ἔχουν φόβο Θεοῦ.

*****
3.) Μετά λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματική οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει.

*****
4.) Ἄς γνωρίζομεν ὅτι δέν ὑπάρχουν μόνο φυσικοί νόμοι, ἀλλά καί πνευματικοί. Ἑπομένως ἡ μέλλουσα ὀργή τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά ἀντιμετωπισθῆ μέ συνεταιρισμόν ἁμαρτωλῶν (διότι διπλήν ὀργήν θά λάβωμεν), ἀλλά μέ μετάνοιαν καί τήρησιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.
Ἐπίσης ἄς γνωρίσωμεν καλά ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δέν ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν. Ἡ μόνη ἔλλειψις, πού παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἔλλειψις σοβαρῶν Ἱεραρχῶν καί Ποιμένων μέ πατερικές ἀρχές. Εἶναι ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί· ὅμως δέν εἶναι ἀνησυχητικόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί Αὐτός τήν κυβερνάει.
*****
5.) Ὁ Κύριος, ὅταν θά πρέπη, θά παρουσιάση τούς Μάρκους τούς Εὐγενικούς καί τούς Γρηγορίους Παλαμάδες, διά νά συγκεντρώσουν ὅλα τά κατασκανδαλισμένα ἀδέλφια μας, διά νά ὁμολογήσουν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, νά στερεώσουν τήν Παράδοσιν καί νά δώσουν χαράν μεγάλην εἰς τήν Μητέρα μας».

*****
6.) «Κάποτε, διηγήθηκε ὁ Γέροντας, μοῦ ἦρθαν δύο παπικοί, λατίνοι. Μοῦ λέει λοιπόν ὁ ἕνας – Ἔλα νά ποῦμε τό ‘Πάτερ ἡμῶν.’ – Γιά νά τό ποῦμε μαζί, τοῦ εἶπα, πρέπει νά συμφωνοῦμε στό Δόγμα. Ὅμως, μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστί. Ὕστερα μοῦ λέει: - Μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι κοντά στό Θεό καί μόνο αὐτοί θά σωθοῦνε; Ὁ Θεός εἶναι μέ ὅλο τόν κόσμο. – Ναί, τοῦ εἶπα. Ἐσύ μπορεῖς νά μοῦ πῆς καί πόσος κόσμος εἶναι κοντά στό Θεό; ... – Ὅλοι μιλᾶνε γιά ἀγάπη, εἰρήνη καί ὁμόνοια, τούς εἶπα στό τέλος, ἀλλά ὅλοι αὐτοί εἶναι διχασμένοι καί μέ τόν ἑαυτό τους καί μέ τούς ἄλλους. Γι' αὐτό καί ἑτοιμάζουν ὅλο καί μεγαλύτερες βόμβες. Πολλοί, πού μιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεό, γιατί δέν τόν ἔχουν ἀγαπήσει, οὔτε ἔχουν ἀληθινή ἀγάπη. Ἀγάπη ἀληθινή ἔχει ἐκεῖνος, πού ἔχει ὀρθή πίστη, ζῆ κοντά στό Θεό, καί τότε ὁ Θεός ζωγραφίζεται στό πρόσωπό του καί οἱ ἄλλοι βλέπουν στό πρόσωπό του τόν Θεό. 

*****
7.) Ὁ τότε Πάπας, ἔχοντας ἀκούσει γιά τήν φήμη τοῦ Γέροντος Παϊσίου, ἔστειλε μερικούς καρδιναλίους στήν καλύβη τοῦ γέροντος, γιά νά τοῦ ἀνακοινώσουν ὅτι ὁ Πάπας τόν προσκαλεῖ στή Ρώμη, γιά νά συζητήσουν περί δογματικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων. Ἡ ἀπάντηση τοῦ γέροντος ἦταν ἀποστομωτική: «Ὁ πάπας δέν εἶναι ἕτοιμος ἀκόμη γιά μιά τέτοια συζήτηση. Πρέπει νά ἀποβάλει τόν ἐγωϊσμό του».

*****
8.) Στήν ἐποχή μας, ὅμως, πολλοί ἀπό ἐμᾶς, ἐπηρεαζόμενοι δυστυχῶς ἀπό τήν κοσμική ἀγάπη, πού δέν ἔχει πνευματικό ἀντίκρυσμα, πᾶμε δῆθεν νά κάνουμε καλό, νά δώσουμε αἷμα, ἐνῶ τό αἷμα μας εἶναι γεμάτο ἀπό πνευματικά μικρόβια καί βλάπτουμε περισσότερο. Ἐάν ὅμως ζούσαμε Πατερικά, θά εἴχαμε ὅλοι πνευματική ὑγεία, τήν ὁποία θά ζήλευαν καί ὅλοι οἱ ἑτερόδοξοι καί θά ἄφηναν τίς ἀρρωστημένες τους πλάνες καί θά σώζονταν δίχως κήρυγμα.

*****
9.) Αὐτό πού ἐπιβάλλεται σέ κάθε Ὀρθόδοξο εἶναι νά βάζη τήν καλή ἀνησυχία καί στούς ἑτεροδόξους, νά καταλάβουν δηλαδή ὅτι βρίσκονται σέ πλάνη, γιά νά μήν ἀναπαύουν ψεύτικα τόν λογισμό τους καί στερηθοῦν καί σ' αὐτήν τήν ζωή τίς πλούσιες εὐλογίες τῆς Ὀρθοδοξίας καί στήν ἄλλη ζωή στερηθοῦν τίς περισσότερες καί αἰώνιες εὐλογίες τοῦ Θεοῦ.

*****
10.) Σήμερα δυστυχῶς μπῆκε ἡ εὐρωπαϊκή εὐγένεια καί πᾶνε νά δείξουν τόν καλό. Θέλουν νά δείξουν ἀνωτερότητα καί τελικά πᾶνε νά προσκυνήσουν τόν διάβολο μέ τά δύο κέρατα. Σήμερα λένε: Ὄχι μόνο μέ αἱρετικό, ἀλλά καί μέ Βουδδιστή καί μέ πυρολάτρη καί μέ δαιμονολάτρη νά συμπροσευχηθοῦμε. Πρέπει νά βρίσκωνται στίς συμπροσευχές τους καί στά συνέδρια καί οἱ Ὀρθόδοξοι. Εἶναι μιά παρουσία. Τί παρουσία; Τά λύνουν ὅλα μέ τή λογική (χωρίς τό Ἅγιο Πνεῦμα) καί δικαιολογοῦν τά ἀδικαιολόγητα. Τό εὐρωπαϊκό πνεῦμα νομίζει ὅτι καί τά πνευματικά θέματα μποροῦν νά μποῦν στήν Κοινή Ἀγορά. 


π. Ιωάννης Ρωμανίδης
από το βιβλίο “Πατερική Θεολογία”
(Αφιερωμένο στους λατινόφρονες-οικουμενιστές)
Αφού λοιπόν ανιχνεύσανε οι Φράγκοι την δύναμι αυτή της Ορθοδοξίας,Έθεσαν ως στόχο τους την διάλυσι του Ησυχασμού μετά την ίδρυσι της Νέας Ελλάδας, δηλαδή μετά την Επανάστασι του 1821, και το έργο αυτό ανέλαβε ο Αδαμάντιος Κοραής. (σχόλιο δικό μας: τον οποίον, στα Ελληνικά Σχολεία, τον διδάσκονται οι μαθητές σαν μέγα ευεργέτη των γραμμάτων και του πολιτισμού).
Αυτός κύρυξε πόλεμο κατά του Ησυχασμού τότε, που στόχος και των Ρώσων και τών Ευρωπαίων μετά την Επανάστασι του ’21 ήταν η εκρίζωσις, η εκθεμελίωσις, του Ησυχασμού από την Χριστιανική Παράδοσι. Αυτός είναι εκείνος, ο οποίος εγκαινίασε τον διωγμό εναντίον του Ησυχασμού, εναντίον του παραδοσιακού Μοναχισμού, εναντίον της Ορθοδόξου και μόνης σωστής θεραπείας της ψυχής του ανθρώπου. Έτσι φθάσαμε σήμερα στο σημείο να θεωρούμε αυτήν την Παράδοσι ότι είναι μια παρονυχίδα, μία λεπτομέρεια, ένα παρελθόν φαινόμενο της Ορθοδόξου Παραδόσεως (βλέπε οικουμενιστές).

Οι ψευδοεκσυγχρονιστές συναντούν τους ψευδοπατριώτες

Οι ψευδοεκσυγχρονιστές συναντούν τους ψευδοπατριώτες

293609_558236860871213_238884747_n
Του Γιώργου Καραμπελιά 
Αναρίθμητες φορές από την έναρξη της κρίσης έχουμε επαναλάβει πως ένας αποφασιστικός παράγοντας για την πυροδότησή της και την παρατεταμένη διάρκειά της υπήρξε η γενικευμένη φθορά και διαφθορά του πολιτικού και πνευματικού κατεστημένου της χώρας. 
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, εξάλλου, καταδεικνύουμε τον καταστροφικό ρόλο που διαδραμάτισε η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση και ο εκσυγχρονιστικός εθνομηδενισμός σε αυτή την αποσύνθεση των ελίτ της χώρας. 

Οι ψευδοεκσυγχρονιστές τύπου Σημίτη και οι ψευδολαϊκιστές τύπου Τσοχατζόπουλου επιτάχυναν την καταστροφή της χώρας, από τα Ίμια μέχρι τον Οτσαλάν, το χρηματιστήριο και το μεγάλο πάρτι των Ολυμπιακών Αγώνων. Από τη δεκαετία του 1990 εξάλλου προσπαθούσαμε να καταδείξουμε πως οι ελίτ της ύστερης μεταπολίτευσης σάπιζαν στην κορυφή της εξουσίας, δηλητηριάζοντας και μολύνοντας το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Η κρίση του 2009 δεν αποτέλεσε παρά την κορύφωση της εγκληματικής δράσης τους, όπως τόσο προσφυώς καταδεικνύει και το βιβλίο του Μιχάλη Ιγνατίου. Γι’ αυτό και η διαδικασία αυτών των πέντε χρόνων υπήρξε πολύ περισσότερο επώδυνη ξεσκεπάζοντας τη γύμνια του πολιτικού προσωπικού του εκσυγχρονισμού (που έφτασε να εκπροσωπείται εσχάτως από τον Σταύρο Θεοδωράκη και τη Φώφη Γεννηματά, μετά τον Σημίτη και τον ΓΑΠ).

Ωστόσο, αυτή η κριτική μας απεδείχθη ημιτελής και ανίκανη να συλλάβει την έκταση της κρίσης και της παρακμής. Διότι, τα πέντε αυτά χρόνια, ήρθαν να καταδείξουν πως φθαρμένη ως το μεδούλι, αν όχι και τόσο διεφθαρμένη όσο η πρώτη, ήταν και η λεγόμενη πατριωτική και αντιεκσυχρονιστική πτέρυγα των ελίτ. Από αυτήν, μέσα σε πέντε χρόνια, ανεδείχθησαν στο προσκήνιο τρεις πολιτικές δυνάμεις που εμφανίστηκαν με πατριωτικό και αντιμνημονιακό πρόσημο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μια συνένωση ευρωκομουνιστών και αριστεριστών ποικίλης προέλευσης, οι ΑΝΕΛ, προερχόμενοι από τη δεξιά, και η Χ.Α., ως η μετεξέλιξη ενός ναζιστικού γκρουπούσκουλου. Παράλληλα με αυτές αναπτύχθηκαν και άλλες μικρότερες ομάδες και κινήσεις, όπως, προς στιγμήν, η ΣΠΙΘΑ υπό τον Μίκη Θεοδωράκη, το ΕΠΑΜ του Καζάκη, το σχέδιο Β του Αλαβάνου. Τόσο μεγάλη μάλιστα υπήρξε η απαξίωση του ψευδοεκσυγχρονιστικού πολιτικού κόσμου υπό τον ΓΑΠ, ώστε οι πατριωτικές και αντιμνημονιακές δυνάμεις, χωρίς βεβαίως την Χ.Α. ή τη Σπίθα και τον Καζάκη, βρέθηκαν και στην κυβερνητική εξουσία.

Επί πέντε χρόνια υποβάλλαμε σε κριτική τον αντιμνημονιακό χώρο καταδεικνύοντας τις τεράστιες αντιφάσεις του. Πώς ήταν δυνατόν, για παράδειγμα, να επικαλείται τον πατριωτισμό και να αγνοεί εντελώς την επιδείνωση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας, ως συνέπεια της κρίσης; Πώς ήταν δυνατόν να είναι όντως πατριωτικός ένας χώρος που περιλαμβάνει στους κόλπους του έναν τεράστιο αριθμό εθνομηδενιστών, από τον Λιάκο ως τον Χριστόπουλο, που μόλις είχαν αυτομολήσει από το στρατόπεδο του Σημίτη και του ΓΑΠ, έως τον Νταβανέλο και τον Μηλιό, που χαρακτηρίζει την Ελλάδα ιμπεριαλιστική χώρα; Ή, από την απέναντι όχθη, να αναλαμβάνουν την εκπροσώπηση του πατριωτισμού ζηλωτές του Χίτλερ και των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής;

Και τα αποτελέσματα είναι εδώ, μπροστά μας. Πέντε μήνες διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ οδήγησαν σε ακόμα βαθύτερη κρίση, ανεργία και διάλυση του κοινωνικού ιστού, ενώ, την ίδια στιγμή, χιλιάδες δυστυχισμένοι μετανάστες κατακλύζουν τα νησιά και τις πλατείες των πόλεων χωρίς ούτε να αποτρέπεται η είσοδός τους ούτε, από την άλλη, να τους προσφέρεται οποιαδήποτε πραγματική διέξοδος. Παράλληλα, προωθείται και ο νόμος για την ιθαγένεια που στοχεύει στην ολοκλήρωση της αποεθνικοποίησης μιας χώρας σε παρακμή. Και όμως, οι δήθεν εκφραστές του «πατριωτικού χώρου» περί άλλα τυρβάζουν. Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μανώλης Γλέζος καλούν σε μια ακαθόριστη αντίσταση, αγνοώντας απολύτως την οικονομική, πολιτιστική, δημογραφική και γεωπολιτική κατάσταση της χώρας, κυνηγώντας απελπισμένα τα νιάτα τους που έφυγαν και ξεχνώντας την ευθύνη τους απέναντι στην ίδια τους την ιστορία. Ο Χρήστος Γιανναράς λιβανίζει επί ένα πεντάμηνο τον μοιραίο και ατάλαντο νεανία που παριστάνει τον πρωθυπουργό. Ο Κώστας Ζουράρις διακηρύσσει urbi et orbi τον έρωτά του για τον ΣΥΡΙΖΑ και την επιθυμία του να ενταχθεί σ’ αυτόν, για την οποία είναι διατεθειμένος, όπως λέει, «να ψηφίσει και την παραχώρηση της Μακεδονίας εις τα Σκόπια». Δεκάδες και εκατοντάδες άλλοι άνθρωποι και «στελέχη» του πατριωτικού χώρου, αφού πρώτα έτρεχαν πίσω από τον Γιωργάκη, τώρα κλείνουν τα μάτια μπροστά στην εθνική καταστροφή που φέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ και επικροτούν τις αθλιότητες της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Πώς να μη θλίβεσαι βαθύτατα όταν βλέπεις ανθρώπους που προσέφεραν στην πολιτική, πολιτιστική και πνευματική ζωή του τόπου να ευτελίζονται και να έχουν απολέσει κάθε στοιχείο ευθυκρισίας;

Πόσοι και πόσοι «πατριώτες» και φίλοι μας δεν έκαναν γαργάρα τον πατριωτισμό τους στηρίζοντας ένα εθνομηδενιστικό κόμμα το οποίο αναπόδραστα θα επιφέρει νέες καταστροφές στη χώρα. Και αυτό θα έπρεπε να είναι προφανές στον καθένα. Στον καθένα που θεωρεί πρωταρχικά ζητήματα τη δημογραφική κατάρρευση και τη μετανάστευση των νέων, την οθωμανική παρουσία και απειλή στην Κύπρο και τη Θράκη, τη μεταβολή της Ελλάδας σε μεταναστευτικό χώρο-ταμπόν μεταξύ Ανατολής και Δύσης, στον καθένα που θεωρεί πρώτιστο ζήτημα την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Αν, αντίθετα, οι πρώτες σου προτεραιότητες είναι η φιλελευθεροποίηση της χρήσης ναρκωτικών, το γκέι παρέιντ της προέδρου Ζωής και τα ανοιχτά σύνορα για τους μετανάστες -που ήδη εφαρμόζει το δίδυμο Δρίτσα, που ελέγχει το λιμενικό, και Τασίας Χριστοδουλοπουλου, που είναι υπουργός μετανάστευσης-, πώς θα ήταν δυνατό να πάρεις και τις σωστές και κατάλληλες αποφάσεις για τα πολιτικά πράγματα της χώρας ή για τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους; Εκσυγχρονιστές αλά ΓΑΠ και όψιμοι «πατριώτες», αλά Τσίπρα, δεν είναι δυνατόν να θέτουν ως πρώτη προτεραιότητα το συμφέρον της χώρας, αλλά θέτουν πάντα πρώτο το συμφέρον της κάστας τους, το συμφέρον του κόμματός τους, το συμφέρον του εαυτούλη τους και της εξουσίας τους. Είτε για να φέρουν το ΔΝΤ και τα μνημόνια, είτε για να ολοκληρώσουν το έργο της καταστροφής.

Δυστυχώς, λοιπόν, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα από ό,τι φανταζόμαστε. Και επαναλαμβάνεται με μορφή καρικατούρας το μόνιμο δίπολο της ελληνικής ιστορίας. Οι ψευδοπατριώτες ολοκληρώνουν την καταστροφή που εγκαινίασαν οι ψευδοεκσυγχρονιστές. Και το ότι αυτό το θανατερό δίπολο έχει προσλάβει τη μορφή καρικατούρας καταδεικνύεται και από το επίπεδο του πολιτικού προσωπικού. Αρχίζοντας από έναν άβουλο πρόεδρο της Δημοκρατίας, που δεν τολμάει να κάνει οποιαδήποτε κίνηση, ακόμα να απειλήσει και με παραίτηση, προκειμένου να προκαλέσει μια ταραχή στις πολιτικές ηγεσίες, μέχρι την ανάδειξη της… Φώφης στη θέση που ήταν κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου (θα πει κάποιος, πάλι καλά, γιατί δεν μπορεί να κάνει μεγάλες καταστροφές!). Το γεγονός πως ένα άτομο τύπου Βαρουφάκη εξακολουθεί ακόμα, παρά τις πανωλεθρίες που έχει επισωρεύσει, να ακκίζεται και να κορδακίζεται ενώ χιλιάδες χαχόλοι τον χειροκροτούν είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του γεγονότος πως, δυστυχώς, η κρίση έχει πάει πολύ βαθύτερα από ό,τι νομίζαμε.

Είναι δυστυχώς κρίση του ίδιου του λαϊκού σώματος, σε βάθος και πλάτος, είναι η έκφραση της βαθύτατης παρακμής του έθνους μας. Και προφανώς, για να υπάρξει θεραπεία, θα κατέβουμε ακόμα πιο κάτω τα σκαλιά της κρίσης και της παρακμής, μέχρις ότου οι τίμιοι και αξιοπρεπείς άνθρωποι, που εξακολουθούν να υπάρχουν σ’ αυτή τη χώρα, απελευθερωθούν εντελώς από Τσίπρες, Παπαδάκηδες, Λαζόπουλους, Καμένους, Σαμαράδες, και αποφασίσουν πως θα πρέπει να υπάρξει επιτέλους ένα κίνημα ενάντια στην παρακμή, που θα σαρώσει ολοκληρωτικά και αμετάκλητα όλον αυτό τον θίασο των διεφθαρμένων ή ανικάνων (συχνά και τα δύο μαζί) που κυριαρχεί στη ζωή του τόπου. Θα αποφασίσουν άραγε οι άνθρωποι που βρίσκονται στα σπίτια τους, στα χωριά τους, στις δουλειές τους, να πάρουν τη σκούπα που χρειάζεται και να σαρώσουν το σύνολο των φθαρμένων ψευδοελίτ που οδηγούν τη χώρα στην ολοκληρωτική καταστροφή; Θ’ αποφασίσουν κάποτε να βγουν από την, έστω αξιοπρεπή, ιδιώτευσή τους; Όσο δεν το κάνουν, θα συνεχίζουν να παραδίδουν τη μοίρα τους, τη δική τους και των παιδιών τους, στους Βαρουφάκηδες, τους Αδώνιδες, τους Λεουτσάκους και τις Ζωές.

Αυτό που σήμερα χρειάζεται η Ελλάδα και ο λαός της είναι μία κυριολεκτική επανάσταση ενάντια στις ελίτ κάθε είδους και κάθε απόχρωσης, όχι γιατί κάποτε πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουν ατομικά να προσφέρουν σε συγκεκριμένους τομείς και θεματικές αλλά γιατί βρίσκονται πιασμένοι σε ένα δίχτυ παρακμής και συνενοχής, γιατί έχουν μείνει στην εξουσία –κάθε είδους, πνευματική, πολιτική, μιντιακή ακόμα και οικονομική– πάρα πολλά χρόνια και είναι ανίκανοι να κάνουν και το παραμικρό βήμα προς τα εμπρός. Αντίθετα δε, με όλους τους αόρατους και αδιόρατους δεσμούς που τους δένουν με το σύστημα της διαφθοράς και της φθοράς, έχουν καταστεί ανίκανοι για οποιαδήποτε θετική κίνηση.

Πώς να υπερβούν οι πολιτικοί, ακόμα και οι καλύτεροι ανάμεσά τους, τους μακροχρόνιους εθισμούς σε ψευδολογία, καρεκλοκενταυρισμό και πελατειακές τακτικές, που τους έχουν δέσει χειροπόδαρα (χαρακτηριστικές είναι οι ελάχιστες στιγμές αλήθειας που βγάζουν κάποιοι από αυτούς τις στιγμές που νιώθουν πως χάνουν την εξουσία, όπως έγινε πρόσφατα με τον Βενιζέλο, αλλά δυστυχώς δεν κρατάνε πολύ).

Πώς να αποφύγουν οι δημοσιογράφοι τον απόλυτο και ασφυκτικό έλεγχο των λούμπεν ιδιοκτητών και αφεντικών τους, που τους έχει μεταβάλλει σε «παπαγαλάκια»; Πώς να μπορέσουν οι διανοούμενοι να επιβιώσουν σε ένα σύστημα μετριοκρατίας, αναξιοκρατίας, αν δεν υποστείλουν και δεν ευνουχίσουν, τουλάχιστον εν μέρει, την κριτική τους σκέψη;

Για όλους αυτούς τους λόγους, και επειδή όλο αυτό το σύστημα που χτίστηκε από τη μεταπολίτευση και μετά έχει κρατήσει πάρα πολλές δεκαετίες, έφθειρε ανεπανόρθωτα και τις ελίτ και διέφθειρε σε μεγάλο βαθμό και το ίδιο το λαϊκό σώμα. Ατέλειωτες ώρες τηλεθέασης, ατελείωτες ώρες πλύσης εγκεφάλου και απονεύρωσης κάθε ουσιαστικού ενδιαφέροντος το μετέβαλαν εν πολλοίς σε άβουλο όργανο στα χέρια πολιτικών και μηντιαρχών, που κινείται μόνο με μια λογική άμεσου συμφέροντος και ξεχνάει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά του, ακόμα και τις κρυμμένες δυνατότητες του.

Επομένως, μόνον αν υπάρξουν άνθρωποι διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε μια επανάσταση ενάντια στο καθεστώς και τις ελίτ του, μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε σωτηρία. Προφανώς, ο αναγνώστης θα θεωρήσει αυτό το κείμενό μου ως έκφραση μιας βαθιάς απογοήτευσης και αδιεξόδου. Εν τούτοις, δεν έχω πάψει να ελπίζω σε εκείνους τους, λίγους ή πολλούς, ανθρώπους που θα αποφασίσουν κάποια στιγμή να σπάσουν σαν τον Γκιούλιβερ τις χιλιάδες κλωστές που τους κρατάνε καθηλωμένους σε μια θανατερή ακινησία και θα αποφασίσουν πως «οι δούλοι και οι ραγιάδες, μόνοι τους θε να σωθούν». Και μία εξέγερση ενάντια στις ελίτ θα έχει τη δυνατότητα, ίσως, να απελευθερώσει από τα αδιόρατα συχνά δεσμά τους και εκείνους τους τίμιους και ικανούς ανθρώπους, που έχουν εγκλωβιστεί μέσα σε αυτές, να απελευθερώσει και τον ίδιο το λαό από την αποχαύνωση που τον απειλεί.

Αλλά προϋπόθεση για όλα αυτά είναι μια μεγάλη και αυθεντική εξέγερση.