Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου κατά την περίοδο των Νεοτούρκων (1915-1918)


Του Κωνσταντίνου Φωτιάδη*  

Οι εκτοπισμοί και ο Liman von Sanders Οι κάτοικοι της Ματσούκας διατάχθηκαν, τον Απρίλιο του 1916, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, και απελάθηκαν μέσω των Ποντικών Άλπεων, στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, κυρίως στα οροπέδια του Ερζερούμ. Αφάνταστες και απερίγραπτες είναι οι ταλαιπωρίες που πέρασαν τις χειμωνιάτικες, ακόμη, για την περιοχή μέρες και νύχτες της πορείας τους. Η πείνα και οι αρρώστιες ήταν το τελειωτικό χτύπημα κατά των Ελλήνων. Ο λευκός θάνατος αποδεκάτιζε τους εξορίστους. Μυστικά διατάγματα και διαταγές έθεταν εκτός νόμου και ζωής τους χριστιανούς.
Ο Γιώργος Λαπαρίδης, που επέζησε από τις κακουχίες της εξορίας στο Ερζερούμ, περιγράφει με ιδιαίτερα τραγικό, αλλά συνάμα λακωνικό τρόπο, το προσωπικό του μαρτύριο καθώς και των συγχωριανών του:
Έτον ς’ σα 1916 τση χρονίας. Οι Ρουσάντ’ επαίραν την Ζάβεραν και εμάς τσ’ αγούρ’ς οι Τουρκάντ’ εποίκαν εμάς εξορίαν σ’ σο Ερζερούμ. Χειμωγκός καιρός, μέσασμαν Καλανταρί και κρύος πάγος. Τα λιθάρια κατέσπαναν ας σο πάγον και εμείς άχαροι επορπάναμεν ξυπόλ’τοι και μισοφορεμέν’. Όποιος εφόρνεν τσιαρούχια έτον καλότυχος. Και σίτια επορπάναμε οι τσιανταρμάδες εντούναν με τα κοντάκια του τυφεκί και ερούζ’νανε μας απέσ’ σο ποτάμ’, ς’ σον Κάνιν, και εβρέχουμες καλά καλά. Εγίνουμες λουλούτσ ας σο νερόν. Και επεκεί εβγάλλ’νανέ μας ας σο ποτάμ’ και εποπράτ’ναμε. Τα βρεγμένα τα λώματα εμούν επάγωναν απάν’εμούν και εποίναν’ «κρατσ-κρουτσ» τα κροσταλίδια και τα παγούρια.
Πόσ’ νομάτ’ επέμ’ναν ς’ σα στράτας, πόσ’ νομάτ’ έπαθαν ας σο κρύον, πόσ’ νομάτ’ επέθαναν ας σο λιμόν, είνας θεός εξέρ!
Τα ταπούρ’ εμούν δηλ. η ομάδα εμούν έτον 120 νομάτ’ ας ση Ζάβεραν και 45 νομάτ’ εκλώσταμ οπίσ’[...]. 
Οι μετατοπίσεις των πληθυσμών, οι λεηλασίες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί και οι δολοφονίες είχαν ως κύριο στόχο την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών, για να επιτευχθεί ευκολότερα ο εκτουρκισμός εκείνων που θ’ απέμεναν. Επίσημη έκθεση προς το υπουργείο Εξωτερικών, με ημερομηνία 14/1/1915, προειδοποιεί την ελληνική κυβέρνηση για τον επερχόμενο κίνδυνο:
Μεταξύ των υπό του Νεοτουρκικού κομιτάτου ληφθεισών αποφάσεων είναι και ο εκτουρκισμός των ελληνικών πληθυσμών, ο οποίος δεν είναι δυνατός, εφόσον υπάρχουσι συμπαγείς ελληνικοί συνοικισμοί. Αι στρατιωτικαί ανάγκαι παρέχουσιν καταλληλοτάτην πρόφασιν ίνα διασκορπισθώσιν οι χριστιανοί και ούτω καταστή δυνατός ο εκτουρκισμός αυτών.
Κατά τον F. Sartiaux, πλέον,
[...] οι Νεότουρκοι αποκάλυψαν το μεγαλεπήβολο σχέδιό τους, την εξόντωση δηλαδή όλων των ιθαγενών χριστιανών της Μικράς Ασίας. Ποτέ, σε καμιά περίοδο της Ιστορίας, κανένα πιο διαβολικό σχέδιο δεν είχε στοιχειώσει τη φαντασία του ανθρώπου.
Η «ερυθρά» σφαγή ολοκληρώθηκε από ένα σύστημα που λέγεται «λευκή» σφαγή. Πρόκειται για την αργή εξόντωση από την κακομεταχείριση, τις εκτοπίσεις, το κρύο, την παρατεταμένη στέρηση νερού και τροφής, τον αποκλεισμό σε μπουντρούμια τόσο μικρά που να μη χωράς όρθιος. Η τρομερή αυτή επινόηση ικανοποιούσε πλήρως το φανατισμό και την κτηνωδία του Εμβέρ, την πιο ψυχρή, μα κυνική φαντασία του Ταλαάτ, καθώς μπορούσαν να ισχυριστούν πως τις εκτοπίσεις τις απαιτούσαν οι στρατιωτικές ανάγκες και πως τα χέρια τους δεν είχαν λερωθεί με αίμα, γιατί οι χριστιανοί πέθαιναν μόνοι τους στο δρόμο!
Ο υπέρμετρος φανατισμός τους τους είχε οδηγήσει μάλιστα ως το σημείο να επαναφέρουν τη δουλεία και τον εξανδραποδισμό. Ο Τούρκος αστυνόμος του Μπαλούκ-Χισάρ διαλαλούσε, με δημόσιο κήρυκα, τον Ιούλιο του 1915:
Παραδίδω γυναίκες χριστιανών αντί πέντε λεπτών το κομμάτι!
Οι ανθελληνικοί διωγμοί μέσα από τα γερμανικά και τα αυστριακά έγγραφα
Είναι γεγονός ότι ορισμένοι Γερμανοί διπλωμάτες, μη συμφωνώντας με την πολιτική της εθνοκάθαρσης που εφάρμοζε η στρατιωτική ηγεσία της χώρας τους, προσπάθησαν με αλλεπάλληλες ενέργειες προς την πολιτική τους ηγεσία να διαχωρίσουν τουλάχιστον τη θέση και τις ευθύνες τους από τα γενοκτονικά μέτρα των Νεοτούρκων, ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια κατακραυγή για το αρμενικό ολοκαύτωμα. Συγκεκριμένα, στις 16 Ιουλίου 1916 ο Γερμανός πρόξενος της Αμισού Kückhoff επισήμανε στο υπουργείο Εσωτερικών, στο Βερολίνο:
Από αξιόπιστες πηγές ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής έχει εξοριστεί. Εξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δεν δολοφονείται, πεθαίνει ως επί το πλείστον από τις αρρώστιες και την πείνα.
Τα νέα μέτρα που εφάρμοζαν οι Νεότουρκοι σε πρώτη φάση εναντίον του αντρικού πληθυσμού, γνωρίζοντας ότι η εξόντωσή του θα διευκόλυνε την υλοποίηση των σχεδίων τους, θορύβησαν και τον Αυστριακό υποπρόξενο Αμισού Kwiatkowski, ο οποίος ενημέρωσε τον υπουργό Εξωτερικών της Αυστρίας Buriàn για τις πρόσφατες αποφάσεις του μουτεσαρίφη Αμισού Ραφέτ μπέη:
Στις 26 Νοεμβρίου μου είπε ο Ραφέτ μπέης: Τελικά με τους Έλληνες πρέπει να ξεκαθαρίσουμε όπως και με τους Αρμενίους. [...] Στις 28/11/1916 μου είπε ο Ραφέτ μπέης: Πρέπει τώρα να τελειώσουμε με τους Έλληνες. Έστειλα σήμερα στα περίχωρα τάγματα για να σκοτώσουν κάθε Έλληνα που συναντούν στο δρόμο. Φοβάμαι την απέλαση ή την εξορία του συνολικού ελληνικού πληθυσμού και την επανάληψη των περσινών παραδειγμάτων.
Στις 7/9/1916 ο Mithrinek, που εκτελούσε χρέη πρεσβευτή μετά την ανάκληση του von Metternich, ενημέρωνε το Βερολίνο για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του βαλή της Κασταμονής εις βάρος των Ελλήνων:
Στη Σινώπη η εκκαθάριση διήρκεσε 4 ώρες. Ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός, που φτάνει τα 4.500 άτομα, μεταφέρθηκε εν μέρει στο Μπογιαμπάτ και την Κασταμονή και εν μέρει μοιράσθηκε σε τουρκικά χωριά του βιλαετίου. Τα ίδια μέτρα πάρθηκαν και στην Ινέπολη και σε μερικά άλλα χωριά.
Οι Αυστριακοί πρόξενοι διαπιστώνοντας τα αίσχη των συμμάχων τους αλλάζουν στάση και αρχίζουν, καταργώντας τα προσχήματα, να στέλνουν τηλεγραφήματα στο υπουργείο Εξωτερικών της χώρας τους και να επισημαίνουν τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχαν οι Έλληνες. Την ίδια τακτική ακολούθησαν ως ένα σημείο και οι συνάδελφοί τους Γερμανοί, υιοθετώντας βέβαια διπλωματικότερες μεθόδους, στοιχείο που ενισχύει εν μέρει και την ευθύνη τους για τα γεγονότα.
Τον Δεκέμβριο του 1916, όπως επίσης και τον Ιανουάριο του 1917, ο Αυστριακός πρέσβης της Κωνσταντινουπόλεως Pallavicini πληροφορούσε την κυβέρνησή του για τα τελευταία γεγονότα στον Πόντο και συγκεκριμένα στη μαρτυρική Αμισό:
11 Δεκεμβρίου 1916. Λεηλατήθηκαν 5 ελληνικά χωριά, κατόπιν κάηκαν. Οι κάτοικοι εκτοπίστηκαν. 12 Δεκεμβρίου 1916. Στα περίχωρα της πόλης καίγονται χωριά. 14 Δεκεμβρίου 1916. Ολόκληρα χωριά καίγονται μαζί με τα σχολεία και τις εκκλησίες. 17 Δεκεμβρίου 1916. Στην περιφέρεια Σαμψούντας έκαψαν 11 χωριά. Η λεηλασία συνεχίζεται. Οι χωρικοί κακοποιούνται. 31 Δεκεμβρίου  1916. 18 περίπου χωριά κάηκαν εξ ολοκλήρου. 15 εν μέρει. Περίπου 60 γυναίκες βιάστηκαν. Ελεηλάτησαν ακόμη και εκκλησίες.
Το ίδιο χρονικό διάστημα ο Γερμανός πρέσβης Kϋhlmann ενημέρωνε τον αρχικαγκελάριο Hollweg στο Βερολίνο:
Οι πρόξενοι Σαμψούντας (Bergfeld) και Κερασούντας (Schede) αναφέρουν για τις άμεσα απειλούμενες μετατοπίσεις των ελληνικών παραλιακών πληθυσμών... Μέχρι τώρα δολοφονήθηκαν 250 αντάρτες. Αιχμαλώτους δεν κρατούν. 5 χωριά παραδόθηκαν σε στάχτη.
Σύμφωνα με άλλη αναφορά του ιδίου, στις 16 Δεκεμβρίου:
[…] Ελληνικές προσφυγικές οικογένειες, οι περισσότερες γυναίκες και παιδιά, πολύ μεγάλος αριθμός εξορίζονται από τα παράλια προς τη Σεβάστεια. Η ανάγκη είναι μεγάλη.

Οι πορείες θανάτου

Με αφορμή την προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων και τη στρατοπέδευσή τους στις παραλιακές περιοχές του Χαρσιώτη ποταμού, λίγο έξω από την Τρίπολη, και μεσογειακά στη Χερίανα, οι Νεότουρκοι βρήκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από την παρουσία των επικίνδυνων και ενοχλητικών Ελλήνων των πλούσιων περιοχών της Τρίπολης και Κερασούντας. Προβάλλοντας τον κίνδυνο πιθανής σύμπραξης των χριστιανών με τους Ρώσους, αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή την απομάκρυνση των Ελλήνων για στρατιωτικούς, δήθεν, λόγους.
Στις 3/16 Νοεμβρίου 1916 άρχισαν τους εκτοπισμούς με τους Έλληνες της περιοχής Τρίπολης. Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ στο βιβλίο της Η Τρίπολη του Πόντου δίνει, αξιοποιώντας μοναδικά τα χειρόγραφα των Χατζηγιώργη Δημητριάδη και Μιλτιάδη Λαγγίδη, την εξιστόρηση των γεγονότων:
Στις 8 Νοεμβρίου ανακοινώθηκε το φιρμάνι, στις 13 τοιχοκολλήθηκε, κι ίσαμε τις 16 έπρεπε όλος ο πληθυσμός της Τρίπολης να έχει εγκαταλείψει σπίτια, χωράφια και πλεούμενα. Ο λαός της Τρίπολης έπρεπε να έχει θάψει εκεί που κοιλοπόνεσε, εκεί που μόχθησε, εκεί που χάρηκε κι αγάπησε την καρδιά του, τη μεγάλη καρδιά ενός μικρού πληθυσμού που ακολούθησε στητός, ανίκητος, την πίστη και την πατρίδα του.
Ούτε ένας Έλληνας της Τρίπολης δεν τούρκεψε, ούτε ένας δεν προτίμησε ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει την ζωή του...
Είκοσι πέντε μέρες κράτησε το μαρτύριο της διαδρομής του λευκού θανάτου. Στις 9 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε επίσημα στους εκτοπισμένους ότι ορίστηκε ως τόπος οριστικής διαμονής τους το αρμενικό χωριό Μπιρκ, που ήταν έρημο, γιατί οι 500 οικογένειές του σφαγιάστηκαν ένα χρόνο νωρίτερα.
Το κλίμα του χωριού, συνεχίζει η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, δε μας φάνηκε καλό, γιατί το νερό ήτανε γλυφό κι άνοστο και δεν μπορούσαν να το πιουν ούτε και οι άρρωστοι με τα καμένα χείλια του πυρετού τους. Όμως η ανάγκη να είμαστε όλοι μαζί, κοντά-κοντά, για ν’ αντικρίζουμε τη μοίρα, μας έκανε να κατοικήσουμε όλοι στο Πιρκ, στο Πιρκ που στάθηκε το απέραντο νεκροταφείο χιλιάδων χριστιανών, στο Πιρκ που σαν το συλλογιστούμε βλέπουμε έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό, στο Πιρκ που αφήσαμε ό,τι είχαμε πιο αγαπημένο, πατεράδες γέρους και τρυφερά παιδιά, τις μάνες μας και τις γυναίκες μας.
Μέσα στα σπίτια ζούσανε οι άνθρωποι μαζί με τους νεκρούς, κι ήτανε πιο ευτυχισμένοι κείνοι που είχανε κλείσει τα μάτια από τους αποθαμένους ζωντανούς. Τρεις μήνες είχανε περάσει από την μαύρη ώρα που μπήκαμε στο Πιρκ, έμπαινε ο Μάρτης μήνας κι από τις 13 χιλιάδες που είχαμε ξεκινήσει, δεν μένανε πια παρά 800, αδύναμοι κι ανίκανοι για κάθε δουλειά. Από τους 800 που σωθήκανε οι 300 ήτανε αστοί, οι άλλοι χωρικοί [...].
Ο Γεώργιος Σακκάς, ο ιστορικός της Τρίπολης του Πόντου και, σε όλη του τη ζωή, ακούραστος εργάτης του ποντιακού ελληνισμού, καταθέτει για τα ίδια γεγονότα:
Το τι υποφέραμε μέσα στους τέσσερις αυτούς μήνες είναι κάτι φοβερό, ανήκουστο, ανώτερο από κάθε περιγραφή.
Η τετράμηνη αυτή περίοδος υπήρξε η σκοτεινότερη και απαισιότερη της μακραίωνης ζωής μας στην Τουρκία. Εκείνο που εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ήταν ότι η συμφορά μας είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και ότι ο θάνατος αποδεκάτισε και ερήμωσε κυριολεκτικά τις τάξεις των ατυχών εκείνων οικογενειών, που εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Μπιρκ και στο Κόλισαρ.
Είδα, όπως εξακριβώθηκε κι αργότερα, μέσα στον συνταρακτικό εκείνο σάλο να σβήνουν και να εκριζώνωνται ολόκληρες οικογένειες.
Είδαν πολλά τα μάτια μας. Είδαν περιστατικά που η θύμησή των γεννά το δέος και συνταράζει βαθιά την ψυχή μας. Είδαμε, ζήσαμε και υποφέραμε τη φρικτή δοκιμασία περιστατικών, που και τώρα, ακόμη, όταν τα φέρουμε στο νου μας, μας φαίνονται τόσο απίθανα και τόσο απίστευτα, που πολλές φορές διερωτώμεθα αν όλα αυτά δεν ήσαν εξημμένης φαντασίας πλάσματα ή αληθινά γεγονότα. Επί τέσσαρες μήνες ζούσαμε μέσα στο σπαραγμό και στην ατέλειωτη τραγωδία μας, μόνιμα συντροφιασμένοι με το θάνατο.

Η επίσημη εμφάνιση του Τοπάλ Οσμάν

Με εξαίρεση, προσωρινά, την Κερασούντα, όπου για άλλη μια φορά αποδέχτηκε ότι η παρουσία των ευρωπαϊκών προξενικών αρχών έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην επιβολή της τάξης και στην αποκατάσταση της ηρεμίας, οι Έλληνες των εκκλησιαστικών επαρχιών Πουλαντζάκης, Κασσιόπης και Γιολ Αζούζ είχαν την τραγική τύχη των υπόλοιπων χωριών της περιοχής. Ο Λάμπος Μαυρίδης από το Τεπέ Κιοΐ της Πουλαντζάκης καταθέτει ότι «από τους 700 που βγήκαμε εξορία από το χωριό μας το 1916 γυρίσαμε 232 άτομα», τα οποία, ωστόσο, ένα χρόνο αργότερα, υπέστησαν χειρότερα μαρτύρια από τον Άιχμαν του ποντιακού ελληνισμού, Τοπάλ Οσμάν:
Κανένα χρόνο μετά το γυρισμό μας από την εξορία (1916), κακήν κακώς, ζήσαμε. Ύστερα ο Τοπάλ Οσμάν ήρθε χαράματα και περικύκλωσε το χωριό με τους τσέτες του. Μάζεψαν τον κόσμο, έναν-έναν τους χωριανούς και τους έβαλαν σ’ ένα σπίτι, σιμά στην εκκλησία: Άντρες, παιδιά, γυναίκες, γέρους, μωρά. Έδωσαν φωτιά το σπίτι και τους έκαψαν ζωντανούς!
Προτού να τους κάψουν διάλεξαν 4-5 νέες γυναίκες και τις κράτησαν για τον εαυτό τους. Μετά έχυσαν 10 τενεκέδες πετρέλαιο μέσα και ολόγυρα στο σπίτι και κατόπιν έρριξαν μια χειροβομβίδα. Άναψε φωτιά! Το σπίτι ήταν του Κοντού του Κώτα. Δέκα-είκοσι λεφτά κράτησε το κακό. Φώναζαν. Οι φωνές των γυναικών «σον ουρανόν έβγαιναν» (οι φωνές των γυναικών ανέβαιναν στον ουρανό). Τινάχτηκε το σπίτι μες στις φλόγες κι όλους τους πλάκωσε μέσα!
Ένα κορίτσι απ’ το παράθυρο πήδηξε και έφυγε απ’ τη φωτιά. Έριξαν σφαίρες οι τσέτες αλλά ήταν κατήφορος και γλίτωσε. Μια σφαίρα την πήρε ξυστά στο κεφάλι. Ρούδα τη λέγανε. Ήρθε κοντά σε μας που ξεφύγαμε απ’ το πρωί. Τη ρώτησα για την γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Μου είπε: «Τη γυναίκα σου την είδα, τα παιδιά σου δεν τα είδα».
Οι πέντε γυναίκες που διάλεξαν για να τις πάρουν οι Τούρκοι να τις βιάσουν, το κατάλαβαν και σαν έβλεπαν τη φωτιά και τις φωνές, πήδησαν μέσα στο σπίτι λέγοντας:
– «Είη το όνομα του Κυρίου!...».
Πήδησαν στη φωτιά και κάηκαν. Πέθαναν μαζί με τις άλλες.
Αυτό όλο κράτησε μισή ώρα. Μετά μισή ώρα οι τσέτες έφυγαν και πήγαν στ’ άλλα χωριά. Και σε κάθε χωριό μισή ώρα στέκονταν, έκαιγαν, έκαιγαν, και συνέχεια έφευγαν. Δεκαεφτά (17) χωριά έκαψαν στη συνέχεια. Τα Γούζερε, Κόλτιζι, Τεπέκιοϊ, Τεμιρτζίκιοϊ, Γιόμα, Κινέη... Δεν έκαιγαν τα σπίτια των χωριών. Μόνο ένα σπίτι έκαιγαν μαζί με τους ανθρώπους.
Είναι η εποχή που κάνει την επίσημη εμφάνισή του, στον Δυτικό κυρίως Πόντο, ο βασικότερος από τους δολοφόνους του ποντιακού ελληνισμού, ο Οσμάν αγά Φιριτίνογλου, ο γνωστός Τοπάλ Οσμάν (κουτσός Οσμάν), επειδή είχε χάσει το ένα πόδι του κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ένας αγράμματος, άξεστος, και εντελώς αδίστακτος άνθρωπος, πιστό όργανο του βαλή, με του οποίου την αρχική εισήγηση αλλά και την έγκριση των τοπικών αρχών αναδείχτηκε σε τύραννο και δικτάτορα της Κερασούντας αλλά και των ελληνικών χωριών
λεηλατών, ατιμάζων, φορολογών, φονεύων, εισερχόμενος νύκτωρ εις τας ελληνικάς οικίας μετά της περί αυτόν πολυαρίθμου σπείρας ενόπλων κακούργων, ενεργών άνευ επισήμου τινός εντολής κατ’ οίκον ερεύνας, φυλακίζων αυθαιρέτως, και εν γένει καταστάς φοβερά δια τους Έλληνας μάστιξ.
Χιλιάδες έγγραφα και εκατοντάδες βιβλία αναφέρονται στις ποικίλες δραστηριότητές του, αλλά κυρίως στα εγκλήματα που διέπραξε σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου. Με τις ευλογίες των Νεοτούρκων, και αργότερα του ιδίου του Κεμάλ, ο οποίος τον διόρισε γενικό διοικητή της Μαύρης Θάλασσας, κι εμφορούμενος από άσβεστο μίσος εναντίον καθετί ελληνικού, υλοποίησε το γενοκτονικό πρόγραμμα της τουρκικής ηγεσίας εξαφανίζοντας από το χάρτη περισσότερα από χίλια ελληνικά χωριά και κατόρθωσε, με την πλασματική πληθυσμιακή υπεροχή των μουσουλμανικών εθνοτήτων, να αλλοιώσει την εθνολογική σύσταση του Πόντου.
*Ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.

O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης για τη Σύνοδο Φερράρας –Φλωρεντίας





«Τι παθόντες υπέγραψαν δόγματα, α δεν είχον εντολήν να παραδεχθώσιν;»

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Στο μυθιστόρημα ‘’Η Γυφτοπούλα’’ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, γίνεται αναφορά στη Σύνοδο Φερράρας –Φλωρεντίας, όπου «Τετρακόσιοι και πλέον ανατολικοί επίσκοποι  είχον μεταβή εις την σύνοδον ταύτην και μετ’ αυτών ο Βησσαρίων».  Να υπενθυμίσομε ότι αρχικά έγινε παρόμοια προσπάθεια με τη Σύνοδο Φερράρας –Φλωρεντίας, στη Σύνοδο της Λυών το έτος 1274,  αλλ’ όμως ο Όσιος Νείλος Καβάσιλας ανέτρεψε τα σχέδιά των.  Ακολούθησε η Σύνοδος  Φερράρας –Φλωρεντίας (1438-1439), αλλ’ όμως ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός  ανέτρεψε τα σχέδιά των. 

Ως γνωστό στη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας εις  μόνο επίσκοπος αντέστη, ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου ο επικαλούμενος Ευγενικός, ο οποίος είχε αρνηθεί να υπογράψει και έτσι σώθηκε η Εκκλησία.   Ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου, ήταν ο μόνος Ορθόδοξος επίσκοπος που δεν δέχθηκε να υπογράψει στη  Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας. 
Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με τα εξής χαρακτηριστικά λόγια το γεγονός : «Οι επίσκοποι της Ανατολής υπέγραψαν σύμπαντες τον όρον της παπικής συνόδου.  Αλλ’ αντιπροσώπευον οι άνδρες εκείνοι τας δοξασίας του Ελληνικού λαού, ή όχι;  Εάν ναι, διατί ο λαός ο ελληνικός, διατί ο λαός δεν απεδέχθη τα εψηφισμένα;  Εάν όχι, τι παθόντες υπέγραψαν δόγματα, α δεν είχον εντολήν να παραδεχθώσιν;»
Επισημαίνει χαρακτηριστικά και τη στάση του λαού στο θέμα τούτο με τα εξής λόγια : «Διότι είναι γεγονός πασιφανέστατον ότι ο ελληνικός λαός και μετά την υπογραφήν του αστόργου και παρανόμου εκείνου όρου έμεινεν είπερ ποτέ ορθόδοξος».  
Ακολούθως αναφέρεται στον Βησσαρίωνα ο οποίος από Επίσκοπος Ορθόδοξος έγινε Παπικός καρδινάλιος, ως ακολούθως :  «Εις των υπογραψάντων τον όρον ήτο και ο Βησσαρίων.  Ο άνθρωπος ούτος έκρινεν, ως φαίνεται, εντιμότερον δι’ εαυτόν να είναι μάλλον καρδινάλιος της Ρώμης ή Μητροπολίτης της Ανατολής.  Όθεν μετά την υπογραφήν του τόμου της ενώσεως έμεινεν εν Ρώμη και δεν επανήλθεν στην Ανατολήν.  Και όμως είχεν άδικον.  Ηδύνατο να επανέλθη ως επανήλθον οι άλλοι επίσκοποι και η υπογραφή αυτού να λογισθή άκυρος παρά τω ελληνικώ λαώ, αν επανήρχετο, οία ελογίσθη και μη επανελθόντος αυτού και των άλλων των επανελθόντων». 
Αναφέρεται ο Παπαδιαμάντης και στη γνωστή φράση του Πάπα Νικόλαου «Ουδέν εποιήσαμεν», μάλιστα την αναφέρει στα λατινικά, με ελληνικούς όμως χαρακτήρες, «Νίχιλ φακιμους».  
Η μη αποδοχή των απαιτήσεων του Πάπα Νικόλαου, ήταν καθοριστική για την Ορθόδοξη Εκκλησία.  Το αγωνιώδες ερώτημα του Πάπα Νικόλαου, αν υπόγραψε ο Εφέσου και η απάντηση ότι δεν υπόγραψε, το οδήγησαν να απαντήσει με τη φράση που έμεινε στη ιστορία, «Ουδέν εποιήσαμεν». Την επιμονή μάλιστα του Πάπα Νικόλαου, να υπογράψουν όλοι οι επίσκοποι την περιγράφει ως εξής : «Ως φαίνεται επεθύμει ο Πάπας ίνα πάντες ανεξαιρέτως οι επίσκοποι υπογράψωσιν την παραδοχήν των δογμάτων της Ρώμης».  Με αυτό τον τρόπο ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης περιέγραψε σύντομα και περιεκτικά τη Σύνοδο Φερράρας –Φλωρεντίας.
πηγή 

πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός 23-3-16 : Η ψευτο-ορθόδοξη σύνοδος του Βαρθολο...

Σύνοδοι και Σύνοδοι! "Ορθόδοξοι" Επίσκοποι καταδικάζουν Ὀρθοδόξους Επισκόπους! Τελικά η Αλήθεια της εν Νικαία Συνόδου "εκράτησε"!


Οἱ Ἅγιοι Κωνσταντίνος καὶ Ἑλένη οἱ Ἱσαπόστολοι




Ὡς γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφέρεται τόσο ἡ Ταρσὸς τῆς Κιλικίας ὅσο καὶ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ὡστόσο ἡ ἄποψη ποὺ ἐπικρατεῖ φέρει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο νὰ ἔχει γεννηθεῖ στὴ Ναϊσὸ τῆς Ἄνω Μοισίας. Τὸ ἀκριβὲς ἔτος τῆς γεννήσεώς του δὲν εἶναι γνωστό, θεωρεῖται ὅμως ὅτι γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 – 288 μ.Χ.
Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, ποὺ λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρός, καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα ἑνὸς πανδοχέως ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.
Τὸ 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ στὴ Νικομήδεια μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου. Τὸ ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς, παραιτοῦνται ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους καὶ ἀποσύρονται. Στὸ ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς στὴ Δύση καὶ ὁ Γαλέριος στὴν Ἀνατολή. Ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς πέθανε στὶς 25 Ἰουλίου 306 μ.Χ. καὶ ὁ στρατὸς ἀνακήρυξε Αὔγουστο τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως ποὺ δὲν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος. Μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται μὲ τὸν Μαξέντιο, υἱὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος πλεονεκτοῦσε στρατηγικά, ἐπειδὴ διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.
Ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε κάθε λόγο νὰ αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δὲν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νὰ προσευχηθεῖ, νὰ ζητήσει βοήθεια, ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος, δὲν ἤξερε σὲ ποιὸν Θεὸ νὰ ἀπευθυνθεῖ. Τότε ἔφερε νοερὰ στὴ σκέψη του ὅλους αὐτοὺς ποὺ μαζὶ τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορία. Ὅλοι τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, πίστευαν σὲ πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τους εἶχαν τραγικὸ τέλος. Ἄρχισε, λοιπόν, νὰ προσεύχεται στὸν Θεό, ὑψώνοντας τὸ δεξί του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς Τον νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ. Ἐνῶ προσευχόταν, διαγράφεται στὸν οὐρανὸ μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περὶ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες τοῦ ἡλίου, κατὰ τὸ δειλινὸ δηλαδή, εἶδε στὸν οὐρανὸ τὸ τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔγραφε «τούτῳ νίκα». Καὶ ἐνῶ προσπαθοῦσε νὰ κατανοήσει τὴ σημασία αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος, τὸν κατέλαβε ἡ νύχτα. Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στὸν ὕπνο του μαζὶ μὲ τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προέτρεψε νὰ κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στοὺς πολέμους.
Ἔχοντας ὡς σημαία του τὸ Χριστιανικὸ λάβαρο, ἀρχίζει νὰ προελαύνει πρὸς τὴν Ρώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντίσταση.
Ὅταν φθάνει στὴ Ρώμη ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλεως. Ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον του δὲν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτούς. Πολὺ σύντομα πληροφορεῖται γιὰ τὴν πενιχρὴ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἐνισχύει ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς.
Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ., στὰ Μεδιόλανα, ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μὲ τὴν Κωνσταντία, ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐπέρχεται μιὰ ἱστορικὴ συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν ποὺ καθιερώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας.
Τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἦσαν πολλά. Ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε νὰ ταράξει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διδασκαλία αὐτή, ποὺ ὀνομάσθηκε ἀρειανισμός, κατέλυε οὐσιαστικὰ τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ.
Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τὰ ὅσα θλιβερὰ συνέβαιναν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μὲ τὸν πνευματικό του σύμβουλο Ὅσιο, Ἐπίσκοπο Κορδούης τῆς Ἰσπανίας, ἐπιστολὴ στὸν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο (313–328 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἄρειο. Ἡ προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δὲν εὐδοκίμησε. Ἔτσι ἀποφασίσθηκε ἡ σύγκλιση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.
Ἡ περιγραφὴ τῆς ἐναρκτήριας τελετῆς ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Εὐσέβιο εἶναι ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρουσα. Στὸ μεσαῖο οἶκο τῶν ἀνακτόρων εἶχαν προσέλθει ὅλοι οἱ σύνεδροι. Ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη σιγὴ καὶ ὅλοι περίμεναν τὴν εἴσοδο τοῦ αὐτοκράτορος, τὸν ὁποῖο οἱ περισσότεροι θὰ ἔβλεπαν γιὰ πρώτη φορά. Ὁ Κωνσταντίνος εἰσῆλθε ταπεινά, μὲ σεμνότητα καὶ πραότητα. Στὴν ὁμιλία του πρὸς τὴ Σύνοδο χαρακτηρίζει τὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς συγκρούσεις ὡς τὸ μεγαλύτερο δεινὸ καὶ ἀπὸ τοὺς πολέμους. Ὁ λόγος του ὑπῆρξε εὐθὺς καὶ σαφής. Δὲν ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ παρὰ μονάχα μὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ὀρθοτόμηση τῆς πίστεως. Ἡ κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς συγγραφεῖς.
Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε  πρωτοβουλίες γιὰ τὴν ἑδραίωση τῶν ἀποφάσεών της. Ἀπέστειλε ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Ἀλεξανδρείας, στὴν ὁποία γνωστοποιεῖ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ὁ ἴδιος γνωστοποιεῖ πρὸς ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ ἀπαγορεύει τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν ἀπόκρυψη τῶν συγγραμμάτων του. Ἡ πιὸ ἐντυπωσιακή του ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἄρειο. Ἐπιτιμᾶ τὸν αἱρεσιάρχη καὶ τὸν καταδικάζει μὲ αὐστηρότητα γιὰ τὶς κακοδοξίες του.
Ὅμως περὶ τὰ τέλη του 327 μ.Χ. ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καλεῖ τὸν Ἄρειο στὰ ἀνάκτορα. Ὁ αἱρεσιάρχης φυσικὰ δὲν χάνει τὴν εὐκαιρία καὶ ὑποβάλλει μία ὁμολογία γεμάτη ἀπὸ ἔντεχνες θεολογικὲς ἀνακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο ὅτι αὐτὴ δὲν διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ ὅσα εἶχε ἀποφασίσει ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τελικὰ ὁ αὐτοκράτορας συγκαλεῖ νέα Σύνοδο, τὸ Νοέμβριο τοῦ 327 μ.Χ., ἡ ὁποία ἀνακαλεῖ τὸν Ἄρειο ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ἐξόριστους Ἐπισκόπους Νικομηδείας Εὐσέβιο καὶ Νικαίας Θεόγνιο. Ἡ ἀνάκληση τοῦ Ἀρείου καὶ ἡ ἀποκατάσταση τῶν περὶ αὐτῶν πυροδότησε νέες ἔριδες στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος καὶ στὴν συνέχεια ὁ διάδοχός του Μέγας Ἀθανάσιος ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὸν Ἄρειο στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀπειλεῖ μὲ καθαίρεση τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ἐνῶ σὲ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 330 μ.Χ. καθαιρεῖται καὶ ἐξορίζεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος, Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας († 21 Φεβρουαρίου). Ἡ Σύνοδος τῆς Τύρου τῆς Συρίας, ποὺ συνῆλθε τὸ 335 μ.Χ., καταδικάζει ἐρήμην μὲ τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος φεύγει, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο.
Εἶναι γεγονὸς πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δὲν ἔδειξε νὰ ἀποδέχεται τὸ αἴτημα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου γιὰ ἀκρόαση. Πείσθηκε ὅμως νὰ τὸν ἀκούσει, ὅταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τοῦ ἀπηύθυνε τὴν ρήση: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ». Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε τὴν κατάφωρη ἀδικία καὶ τὶς ἄθλιες μεθοδεύσεις σὲ βάρος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ ἔκανε δεκτὸ τὸ αἴτημά του νὰ προσκληθοῦν ὅλοι οἱ συνοδικοὶ τῆς Τύρου καὶ ἡ διαδικασία νὰ λάβει χώρα ἐνώπιόν του.
Ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ἀγνόησε τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐντολή. Πῆρε μόνο ἐλάχιστους ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς καὶ ἐμφανίσθηκε στὸν αὐτοκράτορα. Ξέχασε ὅλες τὶς ὑπόλοιπες κατηγορίες καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔθεσε τὸ θέμα τῆς δῆθεν παρακωλύσεως τῆς ἀποστολῆς σιταριοῦ πρὸς τὴν Βασιλεύουσα. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξοργίζεται καὶ ἐξορίζει τὸν Μέγα Ἀθανάσιο στὰ Τρέβιρα τῆς Γαλλίας. Παρὰ ταῦτα δὲν ἐπικυρώνει τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Τύρου γιὰ καθαίρεση καὶ οὔτε διατάσσει τὴν ἀναπλήρωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Ἡ τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι αὐτὴ ποὺ τὸν καταξιώνει στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας. Ὁ Ἅγιος, κατὰ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 337 μ.Χ., αἰσθάνεται τὰ πρῶτα σοβαρὰ συμπτώματα κάποιας ἀσθένειας. Οἱ πηγὲς μᾶς πληροφοροῦν πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σὲ ἰαματικὰ λουτρά. Βλέποντας ὅμως τὴν ὑγεία του νὰ ἐπιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο νὰ μεταβεῖ στὴν πόλη Ἑλενόπολη τῆς Βιθυνίας, ποὺ εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι λόγῳ τῆς Ἁγίας μητέρας του. Ἐκεῖ παρέμεινε στὸ ναὸ τῶν Μαρτύρων, ὅπου ἀνέπεμπε ἱκετήριες εὐχὲς καὶ λιτανεῖες πρὸς τὸν Θεό. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀντιλαμβάνεται πὼς ἡ ἐπίγεια ζωή του πλησιάζει στὸ τέλος της. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καλλιεργεῖται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ μυστήριο τῆς μετάνοιας καὶ τοῦ βαπτίσματος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καταφεύγει σὲ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας, συγκαλεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἀπευθύνει τὸν ἑξῆς λόγο: «Αὐτὸς ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ προσδοκοῦσα ἀπὸ παλιὰ καὶ διψοῦσα καὶ εὐχόμουν νὰ καταξιωθῶ τῆς ἐν Θεῷ σωτηρίας. Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἀπολαύσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγίδα, ἦλθε ἡ ὥρα νὰ συμμετάσχουμε στὸ σωτήριο σφράγισμα, πρᾶγμα ποὺ κάποτε ἐπιθυμοῦσα νὰ κάνω στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, στὰ ὁποῖα, ὅπως παραδίδεται, ὁ Σωτήρας μας ἔλαβε τὸ βάπτισμα εἰς ἡμέτερον τύπον. Ὁ Θεὸς ὅμως, ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον, μᾶς ἀξιώνει νὰ λάβουμε τὸ βάπτισμα ἐδῶ. Ἂς μὴν ὑπάρχει λοιπὸν καμία ἀμφιβολία. Γιατὶ καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου νὰ συνεχισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή μας καὶ νὰ συνυπάρχω μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ πλαισιώσω τὴ ζωή μου μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς κανόνες ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεὸ».
Μετὰ τὸ βάπτισμα ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος δὲν ξαναφόρεσε τὸν αὐτοκρατορικὸ χιτώνα, ἀλλὰ παρέμεινε ἐνδεδυμένος μὲ τὸ λευκὸ ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος, μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του τὸ 337 μ.Χ. Ἦταν ἡ ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, γράφει ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁ Εὐσέβιος τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀκολούθησαν τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου. Ὅλοι οἱ σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορα, ἀφοῦ ἔσχισαν τὰ ροῦχα τους καὶ ἔπεσαν στὸ ἔδαφος, ἔκλαιγαν καὶ φώναζαν δυνατά, σὰν νὰ μὴν ἔχαναν τὸ βασιλέα τους, ἀλλὰ τὸν πατέρα τους. Οἱ ταξίαρχοι καὶ οἱ λοχαγοὶ ἔκλαιγαν τὸν εὐεργέτη τους. Οἱ δῆμοι ἦσαν λυπημένοι καὶ κάθε κάτοικος τῆς Κωνσταντινουπόλεως πενθοῦσε, σὰν νὰ ἔχανε τὸ κοινὸ ἀγαθό.
Ἀφοῦ οἱ στρατιωτικοὶ τοποθέτησαν τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου σὲ χρυσὴ λάρνακα, τὸ μετέφεραν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐναπέθεσαν σὲ βάθρο στὸν βασιλικὸ οἶκο. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Δίκαια ἡ ἱστορία τὸν ὀνόμασε Μέγα καὶ ἡ Ἐκκλησία Ἰσαπόστολο.
Ἡ Ἁγία Ἑλένη γεννήθηκε στὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περὶ τὸ 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς. Στὴν ἱστοριογραφία ὑπάρχει σχετικὴ διχογνωμία ὡς πρὸς τὸ ἂν ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ὑπῆρξε σύζυγος ἢ νόμιμη παλλακίδα τοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ.
Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 – 288 μ.Χ. γέννησε στὴ Ναϊσὸ τῆς Μοισίας τὸν Κωνσταντίνο. Ὅταν, πέντε ἔτη ἀργότερα, ὁ Κωνσταντίνος Χλωρὸς ἔγινε Καίσαρας ἀπὸ τὸν Διοκλητιανό, ἀναγκάσθηκε νὰ τὴν ἀπομακρύνει, γιὰ νὰ συζευχθεῖ τὴ Θεοδώρα, θετὴ κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, καὶ νὰ ἔχει ἔτσι τὸ συγγενικὸ ἐκεῖνο δεσμὸ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξασφάλιζε τὴ στερεότητα τοῦ διοκλητιανοῦ τετραρχικοῦ συστήματος. Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τιμοῦσε ἰδιαίτερα τὴ μητέρα του. Τῆς ἀπένειμε τὸν τίτλο τῆς αὐγούστης, ἔθεσε τὴ μορφή της ἐπὶ νομισμάτων καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομά της σὲ μία πόλη τῆς Βιθυνίας.
Ἡ Ἁγία ἔδειξε τὴν εὐσέβειά της μὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση νέων Ἐκκλησιῶν στὴ Ρώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἁγίων Ἀποστόλων), στὴ Βηθλεὲμ (βασιλικὴ τῆς Γεννήσεως) καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν (βασιλικὴ τῆς Γεθσημανῆ). Ἡ Ἁγία Ἑλένη πῆγε τὸ 326 μ.Χ. στὴν Ἱερουσαλὴμ, ὅπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς. Ἐπιστρέφοντας στὴν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο.
Ἡ Ἑγία Ἑλένη κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μᾶλλον τὸ 327 μ.Χ. σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν. Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος γράφει ὅτι ἡ Ἁγία προαισθάνθηκε τὸ θάνατό της καὶ μὲ διαθήκη ἄφησε τὴν περιουσία της στὸν υἱό της καὶ τοὺς ἐγγονούς της.
Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ υἱός της μετέφερε τὸ τίμιο λείψανό της στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ἐνταφίασε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ στὸν ἱερὸ ναὸ αὐτῶν στὴν κινστέρνα τοῦ Βώνου.Οἱ Βυζαντινοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ τὴν Ἑγία Ἑλένη. Ἀπόδειξη τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ Μεσαίωνα ἦταν πολύ δημοφιλὴς στοὺς Βυζαντινοὺς ἡ ἀπεικόνιση τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ βασιλέως μὲ τὴ μητέρα του, ποὺ κρατοῦσαν στὸ μέσον Σταυρὸ.
Ἡ παράδοση αὐτὴ διατηρεῖται μέχρι καὶ σήμερα μὲ τὰ κωνσταντινάτα.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν Βασιλεῦσιν Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρί σου παρέθετο· ἣν περισώζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνῃ, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Πρῶτος πέφηνας, ἐν Βασιλεῦσι, θεῖον ἕδρασμα, τῆς εὐσεβείας, ἀπ’ οὐρανοῦ δεδεγμένος τὸ χάρισμα· ὅθεν Χριστοῦ τὸν Σταυρὸν ἐφανέρωσας, καὶ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν ἐφήπλωσας. Κωνσταντῖνε Ἰσαπόστολε, σὺν Μητρὶ Ἑλένῃ τῇ θεόφρονι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Κωνσταντῖνος σήμερον, σὺν τῇ μητρὶ τῇ Ἑλένῃ, τὸν Σταυρὸν ἐκφαίνουσι, τὸ πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μὲν, τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δέ, πιστῶν ἀνάκτων κατ’ ἐναντίων· δι’ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καὶ ἐν πολέμοις φρικτόν.

Μεγαλυνάριον.Τοὺς τῆς εὐσεβείας θείους πυρσούς, καὶ τῶν Ἀποστόλων, θιασώτας καὶ μιμητάς, σὺν τῷ Κωνσταντίνῳ, Ἑλένην τὴν Ἁγίαν, ὡς Βασιλέων δόξαν, ἀνευφημήσωμεν.

Ξύπνησε ο κυρ-Μέντιος...



Της Αγγελικής Καμπούρη*



Ο Κώστας Βάρναλης μας άφησε άφθονη και ποικίλη λογοτεχνική κληρονομιά,
έναν εθνικό, θα μπορούσα να πω πλούτο με έντονα μηνύματα. Ένα από τα πιο
δημοφιλή ποιήματά του είναι Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου,
αλληγορικό ποίημα που εκφράζει τις σκέψεις, την ιδεολογία και τις
ελπίδες του δημιουργού του για τη διεκδίκηση μιας πιο δίκαιης και
ποιοτικής ζωής.

Στην ελληνική λαϊκή παράδοση ο κυρ-Μέντιος είναι συνώνυμο του
γαϊδουριού, του υπομονετικού κι ανθεκτικού αυτού υποζυγίου, που υπηρετεί
τον αφέντη του αδιαμαρτύρητα. Στην ποιητική φαντασία και δημιουργία του
Βάρναλη, ο κυρ-Μέντιος είναι ο λαός, στην προκειμένη περίπτωση ο
ελληνικός λαός. Αφεντικό του κυρ-Μέντιου, δηλαδή του «σκλαβωμένου»
ανθρώπου και λαού, είναι βέβαια η καταπίεση, οι σκληρές έως απάνθρωπες
συνθήκες στις οποίες ζει, η κοινωνική αδικία, η εκμετάλλευση, η
ανισότητα.

Ο κυρ-Μέντιος παραλληλίζεται με τον υποταγμένο λαό, που αδιαμαρτύρητα
ανέχεται τις κυβερνήσεις που τον καταπιέζουν, καθώς και άλλες «ηγεσίες»
που του υπόσχονται μεταθανάτια αμοιβή. Με τον δικό του ιδρώτα πλουτίζουν
τ' αφεντικά και μόνο ψίχουλα ρίχνουν προς τη μεριά του.

Τα «αφεντικά» μπορεί ν' αλλάξουν, αλλά για το κατάκοπο υποζύγιο η
αλλαγή δεν φέρνει τίποτα το θετικό γι' αυτό, μόνο για τους «αφέντες».
Εάν ή όταν διαμαρτύρεται, οι συνθήκες χειροτερεύουν. Του θυμίζουν
μάλιστα ότι πατροπαράδοτα οι γάιδαροι έκαναν περήφανα τ' αφεντικά τους
με την υποδειγματική υπομονή κι αντοχή τους. Έτσι κι ο κυρ-Μέντιος, για
να μη ντροπιάσει το όνομα και τη δόξα των προγόνων του, εξακολουθεί να
υπομένει, να παραμερίζει τον πόνο του και να συνεχίζει να ανέχεται την
εκμετάλλευση.

Κάποτε, ωστόσο, αρχίζει να σκέφτεται διαφορετικά και να
προβληματίζεται. Αρχίζει και καταλαβαίνει ότι πρέπει να ζητήσει τα
δικαιώματά του, τα αποκτήματα του ιδρώτα του, να ξεφύγει από τη μοίρα
του. Αρχίζει να ξυπνάει! Ο αφέντης προσπαθεί να τον αποκοιμίσει, να τον
ξεγελάσει και πάλι με μικροπαραχωρήσεις. Ο κυρ-Μέντιος, όμως, όλο και
αμφιβάλλει για τις προθέσεις του αφεντικού. Ο αφέντης χρησιμοποιεί τον
εκφοβισμό, ακόμη και τη βία, για να τον εξαναγκάσει να υποκύψει. Αυτός
ωστόσο δεν υποχωρεί. Αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι η δύναμη του
αφεντικού δεν είναι εκείνη που νόμιζε. Δεν τη φοβάται πια. Μια φωνή μέσα
του ακούγεται τώρα δυνατά:

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,

χάιντε Σύμβολον αιώνιο!

Aν ξυπνήσεις, μονομιάς

θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.

Ο κυρ-Μέντιος ξυπνάει. Στυλώνει τα πόδια, πετάει το σαμάρι, και
στέκεται ορθός. Επαναστατεί! Γνωρίζει ότι προχωρεί σε μια άνιση μάχη,
αλλά είναι αποφασισμένος να την κερδίσει. Ο κυρ-Μέντιος ταυτίζεται τώρα
με τον ελληνικό λαό.

Ο ελληνικός λαός έκανε και προηγούμενες προσπάθειες να σηκώσει κεφάλι,
αλλά οι «δυνατοί» τον χτύπησαν αλύπητα και δεν μπόρεσε να σταθεί στα
πόδια του. Οι «δυνατοί» χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να τον τσακίσουν.
Ίσως το πιο ανήθικο μέσο τους είναι η οικονομική ασφυξία. Όταν πεινάς,
όταν τα παιδιά σου πεινούν, κάνεις υποχωρήσεις. Κι όμως ο ελληνικός λαός
βρήκε τη δύναμη να ξεσηκωθεί. Οι πολίτες άρχισαν ν' αγωνίζονται για τον
εαυτό τους, τα παιδιά τους, τις μελλοντικές γενιές, τα γερατειά τους,
το μέλλον της χώρας, αλλά και, γενικά, για δικαιοσύνη κι ανθρωπιά.

Μια τέτοια αφύπνιση έγινε πέρσι, στις 25 Ιανουαρίου και ξανά στις 20
Σεπτεμβρίου. Παρ' όλες τις τρικλοποδιές, τον πόλεμο λάσπης, την
οικονομική ασφυξία, τις προδοσίες, ο ελληνικός λαός στην πλειοψηφία του,
καταλαβαίνει ότι οι θυσίες κι ο αγώνας του θα δικαιωθούν. Δεν πρέπει να
λυγίσει. Εάν λυγίσει τώρα, μπορεί να μην ξαναβρεί τη δύναμη να
ξανασταθεί στα πόδια του και να διεκδικήσει τα δίκαιά του.

Τα «αφεντικά» του κυρ-Μέντιου, δηλαδή οι έως τώρα κυβερνήσεις,
εξουσίες, διαπλοκή και, γενικά, όλοι οι εκατόγχειρες της χώρας (και οι
«γείτονές» τους) έκαναν και κάνουν ό,τι μπορούν να σταματήσουν την
αφύπνισή του, αλλά ο κυρ-Μέντιος έχει ξυπνήσει πια για τα καλά και
βλέπουμε σύντομα να «έρχεται ανάποδα ο ντουνιάς»...



* Η Αγγελική Καμπούρη είναι φιλόλογος - γλωσσολόγος


πηγή

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Προκαλεί ο κ. Φίλης. Η Εκκλησία εμπαίζεται. Η Πανθρησκεία προωθείται!

filis-ieronimos.1 



* Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Συμεών Αναστασιάδης στην Romfea.gr

Στο ίδιο έργο θεατές για μια ακόμη φορά. Συζητήσεις επί συζητήσεων για το μάθημα των Θρησκευτικών.
Αυτή τη φορά όμως ο Υπουργός Παιδείας κ. Φίλης φαίνεται αποφασισμένος να κάνει το μετέωρο βήμα: την μετατροπή του μαθήματος των Θρησκευτικών σε μάθημα Θρησκειολογίας.
Δηλώνει ο Υπουργός Παιδείας: «Το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να αναμορφωθεί και ήδη στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής έχουν εκπονηθεί πιλοτικά προγράμματα προκειμένου τα Θρησκευτικά να πάψουν να είναι ομολογιακό μάθημα και να γίνουν μάθημα γνώσης των θρησκειών, με έμφαση στην ιδιαίτερη παρουσίαση του πολιτισμικού ρόλου της Ορθοδοξίας στη χώρα μας. Είμαστε σε διάλογο με εκπροσώπους της Εκκλησίας. Είναι προφανές ότι η αναμόρφωση των Θρησκευτικών είναι προϋπόθεση για να παραμείνουν υποχρεωτικό μάθημα».
Τί κι αν νομίζει η Εκκλησία ότι βρίσκεται δήθεν σε διάλογο με την Πολιτεία. Ο καθένας μπορεί να ζει στον κόσμο του. Οι αποφάσεις έχουν παρθεί κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που κινείται και μιλάει ο κ. Φίλης.
Από τη μία ο Πρωθυπουργός στέλνει γλυκόλογα στον Αρχιεπίσκοπο που δίνουν την εντύπωση ότι όλα πάνε καλά και από την άλλη ο αρμόδιος Υπουργός προχωράει ακάθεκτος την ανίερη μεταρρύθμιση.
Ο Αρχιεπίσκοπος ορίζει επιτροπή και περιμένει τον διάλογο και ο Υπουργός ανακοινώνει απλά τα γεγονότα ως τετελεσμένα. Εμπαίζουν κυριολεκτικά την Εκκλησία και τους εκπροσώπους της.
Και ενώ ο κ. Φίλης παραδέχεται ότι «Οι σχέσεις Πολιτείας-Εκκλησίας είναι συνταγματικά προσδιορισμένες» όμως τις παραβιάζει ασύστολα. Όταν κ. Υπουργέ το Σύνταγμα της Ελλάδος μιλάει για καλλιέργεια της «Θρησκευτικής και Εθνικής συνείδησης» είναι ξεκάθαρο. Με ποιο τρόπο θα καλλιεργήσεις τη θρησκευτική συνείδηση των μαθητών; Διδάσκοντας την «Πίστη» τους.
Μπορεί να σας πιάνει αλλεργία με τον όρο «ομολογιακό μάθημα» ή «κατήχηση στην Ορθόδοξη Πίστη» αλλά δεν φταίμε εμείς σ' αυτό κ. Υπουργέ αλλά ο οργανισμός σας (=ψυχισμός σας).
Σε καμιά περίπτωση δεν ξεριζώνουμε τα άνθη του αγρού επειδή κάποιος έχει αλλεργία. Το σωστό είναι ή να τα αποφεύγει ο ίδιος ή να φροντίσει να θεραπεύσει την πάθησή του.
Για ποιόν λόγο μετά μανίας θέλετε να καταργήσετε τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος;
Οι μαθητές κ. Φίλη είναι Ορθόδοξοι, άρα τί πιο αυτονόητο να διδαχθούν για την «Πίστη» τους, για τα «Πιστεύω» τους. Η Πολιτεία υποτίθεται ότι αναλαμβάνει υπεύθυνα να διδάξει τις αρχές, το ήθος και την διδασκαλία της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Γι' αυτό ο νομοθέτης προέβλεψε και τη γνωμοδότηση της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για να μην παρεκκλίνουν αυτά στην αίρεση.
Αυτό σημαίνει ότι η συνεργασία Πολιτείας και Εκκλησίας είναι ουσιαστική και όχι απλά διακοσμητική.
Η εμμονή σας κ. Φίλη δείχνει ξεκάθαρα ότι το πρόβλημά σας είναι η συγκεκριμένη «Θρησκεία» και όχι οι «Θρησκείες».
Το να διδάσκεται η Ορθόδοξη Θεολογία σάς κάνει έξαλλο ενώ το να διδάσκεται η διδασκαλία των «Θρησκειών» σας ικανοποιεί αφάνταστα, σας καλύπτει. Πλέον και ο πιο απλός νους έχει καταλάβει ότι ο σκοπός σας είναι ένας: Η Πανθρησκεία!
Τί πιο απλό και αυτονόητο, καλέ μου εντιμότατε κατά τα άλλα άνθρωπε, οι μαθητές της Ελληνικής Πολιτείας να διδάσκονται την Ελληνική Γλώσσα; Αφού είναι η Γλώσσα τους!
Ή να διδάσκονται την Ελληνική Ιστορία; Ακριβώς για το λόγο ότι είναι η δικιά τους Ιστορία, τους αφορά άμεσα. Οι μαθητές στο Σχολείο κ. Φίλη δεν διδάσκονται τους Εθνικούς Ύμνους όλων των Κρατών του κόσμου αλλά τον δικό τους Εθνικό Ύμνο.
Είναι βλακώδες το ερώτημα πού θέτουν κάποιοι για ποιό λόγο οι μαθητές να διδάσκονται την Ορθόδοξη Πίστη; Μα αφού είναι η Πίστη τους! Η δικιά τους Πίστη! Τίποτα δεν είναι πιο βαρετό από τον επαναπροσδιορισμό του αυτονόητου! Δυστυχώς εκεί έχουμε φτάσει.
Πόσο σύγχυση μπορεί να έχετε στο μυαλό σας κ. Υπουργέ εσείς και οι σύμβουλοί σας; Και μη μου πείτε για ανεξιθρησκία και καταπίεση κτλ.. Μαθητής ήμουνα και εγώ κάποτε και αν κάποιος συμμαθητής μου ήταν Ιεχωβάς ή οτιδήποτε άλλο έπαιρνε απαλλαγή από το μάθημα και καλά έκανε.
Η μέριμνα που έχετε δείξει για το επίπεδο των Θεολόγων είναι εκπληκτική. Μπαίνει ο «Θεολόγος», που η Εντιμοτάτη Ελληνική Πολιτεία διόρισε «για την θρησκευτική καλλιέργεια της συνείδησης» των μαθητών, στη τάξη για να κάνει το μάθημα και δηλώνει στα παιδιά «Ινδουιστής» (!).
Σε άλλη περίπτωση ο «Θεολόγος» είπε στους μαθητές ότι είναι Άθεος και ότι αυτά που διδάσκει δεν τα πιστεύει (!). Υπάρχουν δάσκαλοι στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση που με πρωτοβουλία τους, με το έτσι θέλω, κατήργησαν το μάθημα των θρησκευτικών και την ώρα του μαθήματος κάνουν οι μαθητές ένα απέραντο διάλειμμα (!). Εκεί έχουμε φτάσει.
Εύγε κ. Υπουργέ για την τήρηση της Συνταγματικής Επιταγής για τη «καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης». Αυτό είναι κατάντια, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά.
Δεν είναι Παιδεία αυτό το πράγμα. Φυσικά σ' αυτό δεν φταίτε μόνο εσείς. Φταίνε σχεδόν όλοι οι προκάτοχοί σας.
Αυτή τη στιγμή δεν κάνω αντιπολίτευση, τον πόνο μου περιγράφω. Τον πόνο ενός λαού που τον λεηλατήσατε και συνεχίζετε να τον λεηλατείτε οικονομικά αλλά και πνευματικά.
Υπουργοί όλων των κυβερνήσεων και της Ν.Δ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. όποιος κι αν ανέβαινε στη εξουσία συμμετείχε συστηματικά στην υποβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών.
Είναι ολοφάνερο ότι επιδιώξατε όλοι μαζί να απαξιώσετε το μάθημα. Να το μισήσει η Μαθητική Κοινότητα ίσως και ολόκληρη η κοινωνία ώστε, όταν έρθει η στιγμή να το καταργήσετε, να υπάρχει μια συλλογική στήριξη.
Σας πληροφορώ από την εμπειρία μου ότι κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με μαθητές όλων των βαθμίδων ιδίως Γυμνασίου και Λυκείου έχω τις καλύτερες εντυπώσεις.
Οι έφηβοι διψούν να μάθουν για την Πίστη τους, τις θέσεις της Εκκλησίας για κάθε πτυχή της ζωής τους. Έχουν απορίες λειτουργικές. Συζητούν με ωριμότητα και θέτουν πολύ εύστοχα ερωτήματα. Περνάει η ώρα και δεν το καταλαβαίνουμε.
Και με απορία ρωτούν: «Πάτερ όλα αυτά που μας είπατε γιατί δεν μας τα λένε στο μάθημα των θρησκευτικών; Εμείς αυτά θέλουμε να μάθουμε». Και τους απαντώ μετά μεγάλης βεβαιότητας: «Γιατί αυτά δεν θέλουν ποτέ να τα μάθετε! Γιατί άμα τα ξέρατε θα γινόσασταν καλοί χριστιανοί και δεν τους συμφέρει».
Εύγε, κ. Υπουργέ! Σε σας και στους προκάτοχούς σας. Με την ύλη και τον τρόπο που διδάσκεται εδώ και χρόνια το μάθημα των Θρησκευτικών πετύχατε τον σκοπό σας: Να εμποδίζετε τα παιδιά μας από την Γνώση της Πίστεώς τους.
Με την θρησκειολογία κ. Υπουργέ τι θέλετε να μάθουν τα παιδιά μας; Αντί να τα διδάξουμε την «Παναγία» να τα διδάξουμε τον «Μωάμεθ»;
Αντί για τους Αγίους της Πίστεώς μας να τα διδάξουμε για τις «Ιερές Αγελάδες»; Αντί να τα μιλήσουμε για την «Νοερά Προσευχή» να τα μιλήσουμε για την «Γιόγκα»; Αντί να τα διδάξουμε το «Ευαγγέλιο» να τους διδάξουμε το «Κοράνι»;
Αντί να τα διδάξουμε για τον «Ήλιο της Δικαιοσύνης» να τα διδάξουμε για τους «Ζωροάστρες»;
Μια θρησκεία που καταργήθηκε ουσιαστικά με την προσκύνηση των Μάγων στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ;
Αν δεν το ξέρετε σας το γνωστοποιώ, γιατί μπορεί να σας ξέφυγε. Στην Αμερική και σε πολλά άλλα Κράτη είναι αναγνωρισμένη η «Εκκλησία του Σατανά».
Οι ιερείς του Σατανά σε αυτές τις χώρες είναι θεσμικοί εκπρόσωποι. Θα διδάξετε στην θρησκειολογία και τον Σατανισμό; Αν πάλι δεν το διδάξετε θα αδικήστε το μάθημα.
Για ποιό λόγο να μην διδαχθεί; Θρησκεία των Εθνών είναι κι αυτή! Πόσο σύγχυση, αλήθεια, θα φέρετε στην Μαθητική Κοινότητα με όλη αυτή τη «Γνώση»!
Ποιός νους σκέφτηκε όλες αυτές τις αλλαγές; Τι είναι αυτά τα πράγματα; Τελείως ακατοίκητο το είχε; Από τη μία καταργείτε ως αναχρονιστικό το μάθημα της Ορθοδόξου Πίστεως και από την άλλη μεριμνάτε για τη δημιουργία και λειτουργία Ισλαμικών Σπουδών μέσα στις Θεολογικές Σχολές. Αναχρονιστική η χριστιανική θρησκεία, μοντέρνα η μουσουλμανική, περίεργα πράγματα!
Λυπούμε κ. Υπουργέ. Το μόνο που θα πετύχετε στην καριέρα σας, θα είναι η Ιστορία να σας αποδώσει έναν βαρύγδουπο τίτλο: «Ο Νέρωνας της Χριστιανικής Παιδείας», ίσως για σας να είναι τίτλος τιμής, δεν το παρεξηγώ, δικαίωμά σας.
Να ξέρετε πάντως ότι αν τελικά καταντήσετε το μάθημα των Θρησκευτικών σε Θρησκειολογία (=πανθρησκεία) τότε θα αναγκαστούν χιλιάδες ορθόδοξοι γονείς να κάνουν αιτήματα απαλλαγής των παιδιών τους από το μάθημα αυτό γιατί πολύ απλά θα παραβιάζει τόσο το Σύνταγμα όσο και την θρησκευτική τους συνείδηση.
Στο νου μου έρχεται ένα αγαπημένο μου τραγούδι με μουσική του μοναδικού Μίκη Θεοδωράκη.
Οι γεμάτοι νόημα στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου λένε πολλά στους ογδόντα Αρχιερείς, τους Ποιμένες, τους Στρατηγούς της Εκκλησίας μας, τους συνιστώ να το ακούσουν σε ερμηνεία του Παύλου Σιδηρόπουλου. Ένα τραγούδι ξεχωριστό αλλά και πολύ επίκαιρο:
«Κάποτε θα 'ρθουν γνωστικοί
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν.
Έχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
θα σε πουλήσουν.
Και όταν θα 'ρθουν οι καιροί
που θα 'χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα
υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα».
Μακαριώτατε, άγιοι Αρχιερείς, υπερασπιστείτε το παιδί, κάντε ό,τι μπορείτε.
Μην ενδώσετε, είναι θέμα ζωτικό για το μέλλον της Κοινωνίας και του Γένους μας γιατί μόνο «αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα».
****************
*Ο Αρχιμανδρίτης Συμεών Αναστασιάδης, είναι Εφημέριος στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Άγιος Παύλος".
Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς
p.anstas-1