Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Ἅγιος Παΐσιος γιὰ τίς προσυνοδικὲς διασκέψεις τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου: «Καταλαβαίνετε τί πάει νὰ γίνη; Θὰ φύγη ἡ παράδοση καὶ θὰ μείνει ἡ παράβαση! Καταλαβαίνετε πόσο σοβαρὸ εἶναι αὐτό;»


Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», ἔκδοση Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 2015
Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἔγιναν προσυνοδικὲς διασκέψεις μὲ σκοπὸ τὴν προετοιμασία μιᾶς νέας Πανορθοδόξου Συνόδου, καὶ ἀνάμεσα στὰ θέματα ὑπῆρχαν πολλὲς προτάσεις ἀντίθετες μὲ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση. Ὅταν ὁ Γέροντας τὰ πληροφορήθηκε αὐτά, ἀνησύχησε πολὺ καὶ μιλοῦσε μὲ πόνο ψυχῆς. «Καταλαβαίνετε τί πάει νὰ γίνη; ἔλεγε. Θὰ φύγη ἡ παράδοση καὶ θὰ μείνει ἡ παράβαση! Καταλαβαίνετε πόσο σοβαρὸ εἶναι αὐτό; Εἶναι σὰν νὰ βγάζουμε ἀπὸ τὸ σπίτι ἕνα τοῦβλο. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ φαίνεται ὅτι δὲν παθαίνει τίποτε τὸ σπίτι, ἀλλὰ σιγὰ-σιγὰ μπαίνουν νερά, βγαίνει καὶ ἄλλο τοῦβλο, καὶ ἄλλο, καὶ στὸ τέλος τὸ σπίτι γίνεται ἐρείπιο». Καί, ὅταν κάποιος τοῦ ἀνέφερε ὅτι μία ἀπὸ τὶς προτάσεις ἦταν νὰ ἐλαττωθοῦν οἱ καθιερωμένες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νηστεῖες, ἐπειδὴ ὁ κόσμος δὲν τὶς κρατάει, ὁ Ὅσιος εἶπε:...

«Ἂν κάποιος εἶναι ἄρρωστος καὶ δὲν μπορῆ νὰ κρατήση τὴν νηστεία, αὐτὸς εἶναι δικαιολογημένος ἂν φάη. Ἂν δὲν εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ ἀπὸ ἀδυναμία ἔφαγε, νὰ μετανοήση, νὰ πῆ: "Ἥμαρτον". Δὲν θὰ τὸν κρεμάση ὁ Χριστός. Ἂν μπορῆ νὰ κρατήση τὴν νηστεία, νὰ τὴν κρατήση. Ἂν ὅμως οἱ περισσότεροι δὲν κρατᾶνε τὶς νηστεῖες, κι ἐμεῖς πᾶμε νὰ τὶς καταργήσουμε, γιὰ νὰ ἀναπαύσουμε τοὺς περισσότερους, εἶναι σὰν νὰ εὐλογοῦμε τὶς ἀδυναμίες τους, τὶς πτώσεις τους. Μὲ ποιὸ δικαίωμα νὰ τὰ καταργήσουμε ὅλα αὐτά; Καὶ ποῦ ξέρουμε; Μπορεῖ ἡ ἑπόμενη γενεὰ νὰ εἶναι πιὸ καλὴ καὶ νὰ κρατήση τὴν ἀκρίβεια». 

Ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἦταν μὲ τὴν ὀρθὴ ἔννοια ζηλωτὴς τῶν πατερικῶν παραδόσεων. Σὲ θέματα πίστεως δὲν ἔκανε συμβιβασμοὺς καὶ ὑποχωρήσεις. Στὴν ζωὴ του ἐφάρμοζε τὴν ἀκρίβεια ὄχι μόνον ἐξωτερικά, ἀλλὰ περισσότερο ἐσωτερικά, ἀπὸ θεῖο ζῆλο. Ὅταν ἔλεγε τὴν γνώμη του γιὰ ἕνα θέμα, καὶ μάλιστα ἐκκλησιαστικό, μιλοῦσε μὲ διάκριση ζυγίζοντας τὰ λόγια του μὲ ζυγαριὰ ἀκριβείας. Καί, ὅταν εἶχε μπροστά του ἕναν ἀδύναμο ἄνθρωπο, ἔδινε πάλι μὲ ἀκρίβεια, σὰν καλὸς ἰατρός, τὸ κατάλληλο φάρμακο. Εἶχε ποτισθῆ ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, καὶ γι΄ αὐτὸ ἔμπαινε στὸ βάθος τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ὅλος ἀγάπη καὶ «σπλάχνα οἰκτιρμῶν», καὶ γὶ΄ αὐτὸ δὲν γνώριζε ἁπλῶς τοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μάνα, καὶ οἱ Κανόνες της ἔχουν σπλάχνα μητρικά.

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

«Άγιον Όρος, κιβωτός της Ορθοδοξίας» (Φωτεινά Μονοπάτια, Επεισ. 8ο)

Πικρές αλήθειες ενόψει της ιεραρχίας



Φοβάμαι ότι όλοι μας έχουμε καλλιεργήσει μία λανθασμένη νοοτροπία/κουλτούρα όσον αφορά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τους Επισκόπους, η οποία από τη μία εμάς μας 'αστυνομεύει' συνεχώς και από την άλλη έχει φτιάξει ένα ροζ προστατευτικό συννεφάκι γύρω από τους Επισκόπους μας. Όποτε λοιπόν παρατηρηθεί μία εκτροπή των Επισκόπων εμείς, ακόμα κι αν αντιδράσουμε αρχικά, σιγά-σιγά επαναφερόμαστε ομαλά 'στην τάξη'. 

Συγνώμη που θα το πω έτσι, αλλά μας έφαγε η ψευτο-ευγένεια και ο σεβασμός. 

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλοί αδελφοί γύρω μας οι οποίοι το θεωρούν σωστό και Ορθόδοξο να υπακούσουν σε οποιαδήποτε απόφαση βγάλει η Ιεραρχία. Πολλοί από αυτούς είναι και σχετικά ενημερωμένοι με αυτά που συμβαίνουν αλλά αυτή η νοοτροπία είναι πιο δυνατή μέσα τους και τους παραλύει.

- Έχουμε μπερδέψει τον σεβασμό με την τυφλή υπακοή. Αυτό το πρώτο αυτομάτως αφαιρεί από εμάς τους ίδιους την αίσθηση του καθήκοντος που και εμείς οφείλουμε να έχουμε, δηλαδή το καθήκον να υπερασπιζόμαστε την Πίστη μας όταν χρειαστεί. Τα έχουμε όλα 'φορτώσει' στους Επισκόπους, τους οποίους ακολουθούμε τυφλά, γιατί, λέει, τους σεβόμαστε.

- Έχουμε μπερδέψει το ρόλο του Ποιμένα με το κοσμικό του αξίωμα. Βλέπουμε τον Επίσκοπο να φοράει τα χρυσοστόλιστα άμφιά του και να κρατάει την ποιμαντική του ράβδο και νομίζουμε ότι αυτό αρκεί για να είναι Ποιμένας. 

Ο ΙΕ' Κανόνας όμως μας λέει ότι οι Επίσκοποι που κηρύττουν αίρεση γυμνή τη κεφαλή δεν είναι Επίσκοποι αλλά ψευδεπίσκοποι. 

Ακόμα όμως και στο κοσμικό περιβάλλον ένας που κατέχει αξίωμα, ένας πολιτικός πχ., εάν παραβεί τα καθήκοντά του έρχεται αντιμέτωπος με το νόμο (λέμε τώρα). Εμείς αυτά τα δύο τα έχουμε κάνει πραγματικά σαλάτα στο μυαλό μας. Φοβόμαστε να πούμε ΑΝΑΞΙΟΣ, γιατί τη μία ιεροποιούμε το αξίωμα, την άλλη 'αξιωποιούμε' τον Ποιμένα.

- Λόγω της άγνοιάς μας των δογμάτων της Πίστης μας, αντιμετωπίζουμε την κατάσταση με χριστιανικές αξίες όπως 'υπομονή', 'αποφυγή κατάκρισης' κτλ Ας κάνουμε υπομονή, λέμε, και ο Θεός έχει. Μην κρίνουμε/ελέγχουμε τους Επισκόπους, λέμε, γιατί θα τους κατακρίνουμε. Νομίζουμε ότι έτσι θα αντιμετωπίσουμε την παναίρεση του οικουμενισμού, με το να είμαστε 'καλοί χριστιανοί'. Λες και αν υπερασπιστούμε την πίστη μας θα είμαστε κακοί. Δεν είναι τυχαίο που τα άρθρα και οι ομιλίες περί 'κατάκρισης' γίναν της μόδας τον τελευταίο καιρό. Θαρρώ μέρος μιας ψυχολογικής προπαγάνδας/χειραγώγισης που πέρασε απαρατήρητη. 

Είμαστε όλοι μέλη του Σώματος της Εκκλησίας, και παρόλα αυτά συμπεριφερόμαστε σαν να μην ανήκουμε σε αυτό το Σώμα. Έχουμε απομονώσει τους εαυτούς μας και κανείς δεν μας λογαριάζει, ενώ θα έπρεπε όλοι τους να ΝΟΙΩΘΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ ΜΑΣ, να νοιώθουν τη ΓΡΗΓΟΡΟΥΣΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ του ποιμνίου ακόμα και στον ύπνο τους και να ήταν Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΟΥΣ. 

Αντ' αυτού ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δίνει 'γραμμή' στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ, δείχνοντάς μας για άλλη μια φορά που μας βάζει ..
Fdimitrios Athanassiou

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Εισόδια της Θεοτόκου. Η καλογερική της Παναγίας



Αυτήν την γιορτή στο Άγιο Όρος οι πατέρες μου την ονομάζουν «η καλογερική της Παναγίας».
Ο Γερο Γελάσιος πολύ την αγαπούσε και έλεγε ότι ο παπαΘανάσης, ο Γέροντάς του, ο άγιος ηγούμενος της Γρηγορίου την τιμούσε πάρα πολύ. Και μία φορά, μία τέτοια ημέρα, ο γεροΓελάσιος, είδε τον Γέροντά μου να συλλειτουργεί με τον Άγιο Ιάκωβο, τον Αδελφόθεο. Αυτόν που διέσωσε και την σχετική παράδοση.
Η Παναγία εισέρχεται στα Άγια των Αγίων.

Οι γονείς της, οι παπούδες μας ο Άγιος Ιωακείμ και η Αγία Άννα, εκπληρώνουν το τάμα τους. Και πολλά κοριτσάκια της Ιερουσαλήμ κρατούν λαμπάδες αναμμένες και ένα κόκκινο πανί το ανοίγουν, σαν το νυφοπάνι που έβαζαν παλαιότερα στους γάμους στις πλάτες του ζευγαριού, κατά την ώρα της τελέσεως του ιερού μυστηρίου του γάμου.
Πόσοι συμβολισμοί;! Και πόσους αιώνες περίμενε ο κόσμος αυτήν την ώρα; Να εισέλθει η αειπάρθενος σε τόπο ητοιμασμένο, όπου οι άνδρες αρχιερείς τρέμαν να πλησιάσουν και εισέρχονταν άπαξ του ενιαυτού.
Αδυνατεί ο νους να τα κατανοήσει και πολλοί «επιστήμονες»  αρνούνται αυτήν ειδικά την εορτή.
Μα, φυσικά, θα την αρνούνται, αφού ζουν με μία λογοκρατούμενη σκέψη. Και όπου μπαίνει η «άλογη» λογική φεύγει ο υπέρλογος Νους, ο τριαδικός μας Θεός.
Και υπηρέτης ο αρχάγγελος της χαράς, του ευαγγελίου και της ελπίδος. Τί φοβερό μυστήριο;!
Και οι αγιορείτες αυτήν την μεγάλη εορτή την προσοικειώνουν με την καλογερική, με το μυστήριο της μοναχικής πολιτείας.
Βέβαια δικός μας τόπος, άγια αγίων, είναι ο χώρος της βαθείας καρδίας. Εκεί που συμβαίνει η μίξη του κτιστού με το άκτιστο, μέσα σε άπλετο φως.
Όταν η καρδία είναι απολύτως κενή, καινίζεται από το Νέον Παιδίον, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, μέσα σε άπλετο και σωτήριο φως.
Κενό το ιερό του ιερού του Ναού των Ιεροσολύμων, και ενθρονίστηκε εκεί η άπσιλη Μαρία, η παδίσκη της Ναζαρέτ.
Ο μοναχός, ο καλογεράκος, είναι αυτός που εισέρχεται στο δικό του ιερό, όταν ξεχνάει και εγκαταλείπει. Και, τί μυστήριο και αυτό, όταν κάνει να γυρίσει προς τα πίσω η μικρή παρθένος, ενθουσιάζεται από το φως και το κόκκινο χρώμα που λάμπει μέσα στο φως, και ορμάει πάλι προς τα εμπρός, προς την ιερή παστάδα του, τον μοναδικό και μονάκριβο τόπο της αναπαύσεώς του, την βαθεία καρδία. Και δάκρυα.
Η καλογερική της αειπαρθένου. Την εισοδεύει ο μέγας αρχιερέας και προφήτης. Ναι, και προφήτης, γιά να ξέρει επί πόσους αιώνες οι πριν από αυτόν προφήτες προφήτεψαν αυτήν την στιγμή. Των προφητών το κήρυγμα, η Κυρία Θεοτόκος. Το λέει και το τροπάριο. Και των πιστών η ανακαίνισις. Εμείς δηλαδή, όσοι θέλουμε να είμαστε πιστοί στην πίστη και πιστοί στην Εκκλησία, εμείς λοιπόν ανακαινιζόμαστε – αλλάζουμε, γινόμαστε, κάθε στιγμή, αν θέλουμε, καινούργιοι: γεμίζουμε από το φως Της και πιστεύουμε ορθώς στην Εκκλησία.
Πόσο την αγαπούσε, και σαν αγιορείτης, αυτήν την εορτή ο Άγιος Γρηγόριος, ο Θεολόγος του Ακτίστου Θεού μας; Απίθανη η ομιλία του. Σκέτος ενθουσιασμός, κύματα χάριτος και ωκεανός αγάπης.
………..

Αδελφέ μου, άμα βρεθείς στο Χιλιανδάρι, το αγαπημένο μας, σήκωσε τα μάτια σου επάνω από τον δεξιό χορό, και συγχόρευσε με τους καλογήρους΄ και δες εκεί την παρέα της μικρής Μαρίας, και τους γονήδες της και τον αρχιερέα. Και, κύτα, να ενθουσιαστείς. Και να ζήσεις και σύ, έστω γιά λίγο, μέσα στα άγια των αγίων του κόσμου, αυτού του ψεύτικου ντουνιά, στον ιερόν Άθωνα, στο Περιβόλι της, στο Άγιο Όρος.
Και να θυμάσαι. Η Κυρία Θεοτόκος είναι η ανακαίνισή μας.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία)


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
Δημητσάνα - Μεγαλόπολις, Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016
ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
1. Τήν 21η τοῦ μηνός Νοεμβρίου, ἀδελφοί χριστιανοί, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν Εἴσοδο στόν Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Μετά τήν Γέννηση τῆς Παναγίας μας πού ἑορτάσαμε στίς 8 Σεπτεμβρίου, ἔχουμε τώρα στήν δεύτερη θεομητορική ἑορτή, τά Εἰσόδιά Της στόν Ναό. Εἶναι μεγάλη ἡ ἑορτή αὐτή. Δέν λέγεται μέν γι᾽ αὐτήν στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά ἡ Ἁγία Γραφή συμπληρώνεται ἀπό τήν Ἱερή μας Παράδοση. Ἤ, γιά νά τό πῶ καλύτερα, ἡ πρώτη καί μεγάλη πηγή τῆς πίστης μας εἶναι ἡ Ἱερή Παράδοση. Ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Καινή Διαθήκη, εἶναι τό γραπτό μέρος τῆς Ἱερῆς Παράδοσης. Ἡ ἑορτή, λοιπόν τῶν Εἰσοδίων τῆς Παναγίας μας στόν Ναό ἀναφέρεται ἀπό τήν Ἱερή μας Παράδοση καί ἔχουμε λόγους καί ὁμιλίες καί ὕμνους τῶν ἁγίων Πατέρων μας, πού ἀναφέρονται στήν γιορτή αὐτή.

2. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί, θά σᾶς πῶ ὀλίγα ἀπό μία ὁμιλία τοῦ σοφωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Θεοφυλάκτου, ὁμιλία ἀναφερομένη στήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων στόν Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Εἶναι πολύ καλός ἑρμηνευτής τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὁ Θεοφύλακτος, γιατί ἔχει μελετήσει τόν μέγαν, τόν καλύτερο ἑρμηνευτή τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, καί τόν μεταδίδει μέ ἁπλότητα στά Ἑρμηνευτικά του συγγράμματα.
Στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας του ὁ Θεοφύλακτος λέγει ὅτι δέν εἶναι καθόλου εὔκολο νά ὁμιλήσει γιά τήν Θεοτόκο. Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός παρουσιάζει κάπου τήν Ἴδια τήν Παναγία νά λέγει στόν καθένα μας: «Μή ἐρεύνα τά βάθη τῆς θεοτοκολογίας μου»! Ἀφοῦ ἡ ἁγιωσύνη τῆς Παναγίας εἶναι ἀνώτερη ἀπό ὅλη τήν κτίση, δέν θά βρεθεῖ κανένα κτίσμα, οὔτε καί ἄγγελοι, γιά νά ὑμνήσουν ἐπάξια τήν Παναγία: «Ἧς γάρ ἡ ἁγιωσύνη τήν κτίσιν πᾶσαν ἐκβέβηκεν, οὐκ ἄν λόγος κτίσματος ταύτην ἀξίως ὑμνῆσαι δύναιτο»! Ἀλλά στήν συνέχεια ὁ σοφός πατήρ λέγει ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀντιπαρέλθουμε «ἀλόγως», χωρίς ὁμιλία, δηλαδή, «τήν τοῦ Λόγου Μητέρα» καί τήν «κατά λόγον ζωῆς» πρόξενο σέ μᾶς! Γι᾽ αὐτό λοιπόν καί στήν συνέχεια ξεχύνεται σέ ὕμνο πρός τήν Θεοτόκο ὁ ἑρμηνευτής Θεοφύλακτος. Εἶπα ὅτι ὀλίγα μόνο ἀπό τήν ὁμιλία του θά σᾶς ἀναφέρω, ἀδελφοί χριστιανοί, καί παρακαλῶ πολύ νά τά προσέξετε.
(α) Κατά πρῶτον ὁ ὁμιλητής ἀρχίζει ἀπό τήν πτώση. Γιατί γιά νά δοῦμε πόσο ψηλά μᾶς ἀνέβασε ὁ Θεός, πρέπει νά δοῦμε πόσο χαμηλά μᾶς κατέβασε ἡ ἁμαρτία, ἡ πτώση μας. Καί τήν πτώση μας ὁ Θεοφύλακτος τήν παριστάνει σάν ἕνα λίθο, πού ἀποκόπηκε ἀπό ἕνα βράχο καί στό κατρακύλισμά του ὅλο καί ἔσπαγε σέ μικρότερα κομμάτια! Ὡραία εἰκόνα αὐτή γιά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἀποκοπήκαμε πραγματικά ἀπό τόν Θεό καί γι᾽ αὐτό κομματιαστήκαμε καί πέσαμε σέ γκρεμούς καί ρέματα. Καί γιά τήν πτώση μας πάλι ἀναφέρει μιά ἄλλη εἰκόνα ὁ Θεοφύλακτος. Τήν εἰκόνα ὅμως αὐτή τήν δανείζεται ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα. Σ᾽ αὐτήν ὁ προφήτης παριστάνει τήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων σάν ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα, τό ὁποῖο ἀπό τό κεφάλι μέχρι τά πόδια εἶναι καταπληγιασμένο (βλ. Ἠσ. 1,6) καί δέν ξέρει κανείς πῶς νά τό θεραπεύσει. Ὁ Θεός ὅμως ξέρει!
(β) Ὁ ποιητής Θεός, ἀγαπητοί μου, ὁ Θεός πού εἶναι ἀγάπη, καί μετά τήν πτώση δέν ἐγκατέλειψε τό ποιηθέν πλάσμα Του καί προνόησε γιά τήν ἀνόρθωσή του. Τό πῶς προνόησε τό γράφει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Μέ ποικίλλους τρόπους ὁ Θεός φρόντισε γιά μᾶς. Ὅπως λέγει ὁ Θεοφύλακτος, «οὔκουν ἀπρονοήτους ἡμᾶς ὁ Κτίστης κατέλιπεν· ἀλλά καί ὁμιλίαις καί ἐπιφανείαις συνετίζων καί συμβιβάζων καί ἐνυπνίοις σοφίζων καί παντοίως εὐεργετῶν καί νόμον διδούς εἰς βοήθειαν»! Ἀλλά, χριστιανοί μου, μέ τήν ἁμαρτία χάλασε ἡ φύση μας. Μπῆκε ὁ θάνατος σ᾽ αὐτήν. Καί λοιπόν, ὅπως λέει ὁ Θεοφύλακτος, «φύσεως ἦν ἀνάγκη τούς τικτομένους καί φθείρεσθαι». Γι᾽ αὐτό καί εἴχαμε ἀνάγκη ἀπό ἕνα ἄλλο τρόπο θεραπείας, τρόπο πού νά ἐπαναφέρει τήν φύση μας στήν πρώτη της ροπή. Ἕνα τρόπο πού νά ἁγιάσει καί τήν γέννησή μας καί νά σταματήσει τό ἰσχυρό ρεῦμα τοῦ θανάτου. Ὅπως τό λέγει ὁ ἑρμηνευτής Θεοφύλακτος, «ἔδει ἁγιασθῆναι καί τήν γέννησιν καί στῆναι τόν τοῦ θανάτου χειμάρρουν διά τῆς κοιλάδος τῆς τῶν ἁμαρτωλῶν γεννήσεως ρέοντα, τῷ μεγάλῳ τῆς ἁγιωσύνης ἀνακοπέντα ἐρύματι». Ὁ τρόπος αὐτός ἦταν ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ γέννησή Του ἀπό γυναίκα. Ἀλλά ἔπρεπε νά γεννηθεῖ πρῶτα αὐτή ἡ γυναίκα, γιά νά ὑπηρετήσει στόν τόκο αὐτό.  Καί γεννήθηκε ἀπό τούς γονεῖς Ἰωακείμ καί Ἄννα, ἀπό τήν βασιλική φυλή τοῦ Ἰούδα καταγωμένους. Ἡ γέννησή Της ἦταν θαυμαστή, γιατί ἡ Ἄννα ἦταν στείρα. Συμβαίνει στόν Θεό, λέγει ὁ Θεοφύλακτος στήν ὁμιλία του αὐτή, «στούς δυνατώτερους νά δίνει τά βαρύτερα, ὥστε καί αὐτοί νά ἀμείβωνται λαμπρότερα καί νά γίνονται παράκληση καί δίδαγμα γιά τούς μετά ἀπό αὐτούς»! Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα γιά νά ἀποκτήσουν τέκνο κατέφυγαν σέ προσευχή πρός τόν Θεό, «τόν ποιητήν τῆς κτίσεως, τόν ἀπ᾽ ἀρχῆς δόντα τόν πληθυσμόν καί τήν αὔξησιν», καί ἀπό τήν προσ­ευχή τους αὐτή ζωοποιήθηκε ἡ νενεκρωμένη μήτρα τῆς Ἄννας καί ἐγεννήθη θυγάτριον, ἡ Παναγία!
(γ) Κατά πρῶτον θέλω νά σᾶς πῶ, χριστιανοί μου, ὅτι, ὅπως τό εἴπαμε παραπάνω, ἡ Παναγία γεννήθηκε κατά φυσικό τρόπο, ἀπό πατέρα καί μητέρα. Καί παρέμεινε ἐννέα μῆνες στήν κοιλία τῆς μητέρας της Ἄννας, ὅπως συμβαίνει κανονικά μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὅπως λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ἅγιος Ταράσιος, ἀντικρούοντας τούς αἱρετικούς, «ἡ γάρ Παρθένος καί θεόπαις Μαρία τέλειον τόν χρόνον τῶν ἐννέα μηνῶν ἐν τῇ τῆς Ἄννης κοιλίᾳ ἐξετέλεσεν, ὡς ἡ φύσις ἡ ἀνθρωπίνη δηλοῖ». Γιατί πρέπει νά φανεῖ ὅτι ἡ Παναγία εἶναι κανονική γυναίκα, ὅτι εἶχε κανονικό ἀνθρώπινο σῶμα, καί ὄχι, ὅπως τό λέγουν οἱ Καθολικοί, ὅτι εἶχε ἕνα αἰθέριο τρόπον τινά σῶμα. Γιατί, ἄν ἡ Παναγία δέν εἶχε πραγματικό ἀνθρώπινο σῶμα, τότε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού σαρκώθηκε σ᾽ Αὐτήν, δέν ἔλαβε πραγματική ἀνθρώπινη φύση καί ἄρα δέν τήν ἔσωσε, γιατί «τό ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος. Ἡ Παναγία, λοιπόν, εἶναι κανονική ἄνθρωπος. Ἀλλά πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἡ γέννησή Της δέν ἦταν ἀπό σαρκική ὄρεξη, ἀλλά κατ᾽ ἐπιταγήν Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τό σπέρμα Ἰωακείμ, ἀπό τό ὁποῖο ἔγινε ἡ Παναγία, τό ὀνομάζει «πανάμωμον σπέρμα»! Καί τό μυστήριο τοῦ γάμου σ᾽ αὐτό ἀποβλέπει, χριστιανοί μου. Σκοπεύει τά πτωτικά νά τά κάνει παραδείσια. Πτωτική εἶναι ἡ ὄρεξη τοῦ γάμου, γιατί ἔχει σαρκικότητα. Ἄν δέν ἁμάρταναν οἱ πρωτόπλαστοι, θά πολλαπλασιάζονταν μέν, ἀλλά κατά παρθενικό τρόπο, πού θά ὑπεδείκνυε ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά χωρίς σαρκικότητα. Καί στήν περίπτωσή μας βλέπουμε ὅτι ἡ γέννηση τῆς Παναγίας ἔγινε χωρίς καθόλου σαρκικότητα καί γι᾽ αὐτό τό σπέρμα τοῦ Ἰωακείμ καλεῖται «πανάμωμον» σπέρμα!
3. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς Ἰωακείμ καί Ἄννα ἀφιέρωσαν τήν θεόπαιδα Μαριάμ στόν Θεό, ὡς ἀνταπόδομα πρός Αὐτόν γιά τήν θαυμαστή γέννησή Της. Τήν πρόσφεραν σέ ἡλικία τριῶν ἐτῶν στόν Ναό. «Δῶρον δωροῦνται Θεοῦ τό θεόσδοτον αὐτοῖς ἀγαθόν», λέγει ὁ Θεοφύλακτος. Αὐτό ἑορτάζουμε σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί. Τά εἰσόδια τῆς Θεοτόκου! Ἔτσι ἔπρεπε νά γίνει! Ὁ Ναός Θεοτόκος, ὁ καθαρώτατος Ναός, νά πάει στόν Ναό! «Ὁ καθαρώτατος Ναός τοῦ Σωτῆρος... σήμερον εἰσάγεται ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου»! Καί ἐκπληρώνεται ἐδῶ τό ψαλμικόν, ὅτι «ἐπιλανθάνεται ἡ Παῖς τοῦ οἴκου τοῦ πατρικοῦ, τῷ βασιλεῖ δέ προσάγεται τοῦ κάλλους αὐτῆς ἐπιθυμήσαντι» (βλ. Ψαλμ. 44,11.12)! Καί βέβαια ἡ προσαγωγή καί ἀφιέρωση τῆς Παναγίας στόν Ναό δέν ἦταν ἁπλῆ, ἀλλά ἔγινε μέ λαμπρή πομπή καί δόξα, ὅπως λέγει ὁ Θεοφύλακτος. Μαζί μέ τούς γονεῖς ἦταν τό «συγγενικόν» καί τό «γειτονικόν» καί «ὅσον κατά φιλίας δεσμόν». «Συνέχαιρον πατέρες περί τόν πατέρα» Ἰωακείμ, «μητέρες περί τήν μητέρα» Ἄννα «καί κόραι καί νεάνιδες λαμπαδηφόροι». Καί ἀκόμη, ὅπως λέγει ὁ Θεοφύλακτος, «πᾶσα ἐξηχεῖτο Ἰεροσόλυμα τήν καινήν ταύτην πομπήν θεώμενοι»! Μεγαλοπρεπέστατον θέαμα, λοιπόν. Ἀλλά ἐδῶ πολύ σύντομα θέλω νά θίξω δύο θέματα καί τελειώνω τόν ταπεινόν μου λόγον:
(α) Πῶς ὁ ἀρχιερεύς δέχθηκε μίαν νεάνιδα στόν Ναό καί τήν τοποθέτησε μάλιστα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων; Αὐτό δέν ἐπιτρεπόταν ἀπό τόν Νόμον, γιατί στόν τόπο αὐτό δέν ἐπιτρεπόταν νά εἰσέλθουν οὔτε οἱ ἱερεῖς παρά μόνο ὁ Ἀρχιερεύς καί αὐτός μιά φορά μόνο τόν χρόνο. Σ᾽ αὐτό ἀπαντᾶμε μαζί μέ τόν Θεοφύλακτο ὅτι ὁ ἀρχιερεύς εἶδε κατά φώτιση Θεοῦ τίς λάμπουσες ἀρετές καί τήν μελλοντική δόξα τῆς τριετοῦς Παιδός, ἐρώτησε δέ καί ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπό τά θεῖα μέταλλα, τήν «δήλωση» καί τήν «ἀλήθεια», καί, ὅπως λέγει, λοιπόν, ὁ Θεοφύλακτος, «χωρίς φόβο καί χωρίς συστολή ἐτόλμησε νά ὑπερβεῖ τόν νόμον, νά διαβεῖ τόν γνόφον τοῦ γράμματος καί νά φέρει τό ἀφιέρωμα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων καί νά τό ἀποθέσει εκεῖ»! «Ὦ καινόν μέν πρᾶγμα, καινόν δέ ἄκουσμα! Θῆλυ Παιδίον τοῖς τοῦ Θεοῦ ἀδύτοις καί ἀθεάτοις ἐνδιαιτώμενον»!
(β) Τό δεύτερον θέμα, σχετικό μέ τήν ἑορτή, εἶναι τό πῶς ζοῦσε ἡ Παναγία ἐκεῖ. Τί ἔτρωγε; Ἡ Παναγία εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων ζοῦσε ἕνα παραδείσιο βίο, ὅπως ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα πρίν ἀπό τήν πτώση τους. Ὁ ἄγγελός Της, ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, τῆς ἔφερε μία οὐράνιο τροφή, γιά τήν ὁποία δέν ξέρουμε ποιά ἦταν, σάν τό «Μάννα» ἐκεῖνο πού ἔτρωγαν οἱ Ἰσραηλῖτες στήν ἔρημο. Ἐκεῖ ἡ Παναγία ἄκουε ἀπό τίς κάθε Σάββατο ἀκουόμενες διδασκαλίες τῶν Νομοδιδασκάλων γιά τήν πτώση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί προσευχόταν γιά τήν ἀνόρθωσή του, γιά τήν σωτηρία του. Τό λέγουμε αὐτό στό Θεοτοκίον «Σέ τήν μεσιτεύσασαν τήν σωτηρίαν τοῦ γένους ἡμῶν...». Ναί! Ὅταν ἡ Παναγία βρισκόταν στόν Ναό, ἀπό τριῶν ἕως δεκαπέντε ἐτῶν, προσευχόταν γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Καί τώρα τό ἴδιο κάνει ἡ Παναγία μας. Προσ­εύχεται γιά μᾶς ἡ «ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητος Θεοτόκος». Σῶσε μας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, διά πρεσβειῶν τῆς παναχράντου Σου Μητρός, ΑΜΗΝ. 

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΟΝΤΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΗ

Φώτης Κόντογλου: Μεγαλύτερο ρελιζίκι δὲν ἔγινε. Σὰν νὰ πήρανε ἀπὸ κάπου διαταγὴ κι ὁλοένα μιλᾶνε γιὰ τὸν "διάλογον' μὲ τοὺς Παπικοὺς


Προλογίζοντας τὸ βιβλίο τοῦ Καλομοιρου ὁ Κόντογλου ἔγραφε:
“Ο συγγραφέας τούτου τοῦ βιβλίου δὲν εἶναι θεολόγος σπουδασμένος στὰ σχολεῖα ποὺ σπουδάζουν ἕνα πράγμα ποὺ δὲν σπουδάζεται, τὴν θεολογία. Αὐτὸς ἐσπούδασε τὴν ἰατρική, ποὺ σπουδάζεται, γιατί εἶναι γνώση κοσμική, ἀνθρώπινη. Ἐβύζαξε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν εὐσέβεια ἀπὸ τὴν παράδοση, τὴν ἐπῆρε, μὲ τὸν τρόπο ποὺ λέγει ὁ ἴδιος ὅτι μεταδίδεται ἡ πίστη καὶ ἡ εὐσέβεια, ἀπὸ δάσκαλο σὲ μαθητή, ἀπὸ γονιὸ σὲ παιδί, ἀπὸ γέροντα σὲ ὑποτακτικό, ἀπὸ Χριστιανὸ σὲ Χριστιανὸ [δηλαδὴ μὲ προσωπικὴ σχέση]. Γιὰ τοῦτο εἶναι «παθών καὶ οὐχὶ μαθών τὰ θεία», ἔχοντας ὁδηγὸ τὴν πίστη καὶ ὄχι τὴ γνώση [ἐγκυκλοπαιδικὴ-ἐπιστημονικὴ ἐνημέρωση]. «Περιπατεῖ διὰ πίστεως, οὐ διὰ εἴδους», ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ γιὰ τοῦτο, τὸ βιβλίο του εἶναι σκληρό, μὴ ἔχοντας τοὺς συμβιβασμοὺς ποὺ φανερώνουν τὴν ὀλιγοπιστία, μήτε τὴν ἐξοικονόμηση γιὰ νὰ μὴ γίνει κανεὶς δυσάρεστος στοὺς....
ἀντιφρονοῦντες, μήτε τὴν ψευτοαδελφωσύνη.”

Ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν ‘ἀνθρωπότητα’ εἶναι ὑποκρισία
Ἐὰν εἶχε πάψει νὰ ὑφίσταται ἡ ἀδικία, τὸ μίσος καὶ τὸ ψέμα, τότε ἡ εἰρήνη θὰ ἦταν τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ἀνθρώπινης εὐδαιμονίας. Ἡ ἑνότης θὰ ἦταν ἕνα φυσικὸ καὶ ὄχι τεχνητὸ ἀποτέλεσμα. Ὅμως παρατηρεῖται κάτι τὸ τελείως διαφορετικό. Σήμερα ποὺ ὅλοι μιλοῦν γιὰ εἰρήνη καὶ γιὰ ἑνότητα, ἡ φιλαυτία καὶ τὰ μίση, ἡ ἀδικία καὶ τὸ ψέμα, ἡ φιλοδοξία καὶ ἡ πλεονεξία μεσουρανοῦν. Ὅλοι, ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του, μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Δὲν ὑπῆρξε ὅμως ποτὲ μεγαλύτερη ὑποκρισία ἀπὸ αὐτὴν τὴν δῆθεν ἀγάπη. Γιατί ἡ ἀγάπη πρὸς κάτι τὸ θεωρητικό, πρὸς κάτι τὸ φανταστικό, ὅπως εἶναι ἡ ἔννοια «ἀνθρωπότης» εἶναι ἐξ’ ἴσου θεωρητικὴ καὶ φανταστική. Δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν συγκεκριμένο ἄνθρωπο ποὺ ἔχουμε μπροστά μας. Αὐτή η ἀγάπη πρὸς ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο, ὅταν ὑπάρχη, εἶναι ἡ μόνη πραγματική. Εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον μας ποὺ ἐζήτησε ὁ Χριστός.
Αὐτὸς ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος μὲ τὶς ἀτέλειες καὶ τὶς ἀδυναμίες του, ἀντὶ νὰ ἀγαπηθῆ, μισήθηκε στις ἡμέρες μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορᾶ. Καὶ ὄχι μόνον μισήθηκε, ἀλλὰ περιφρονήθηκε καὶ ἐξευτελίσθηκε, θεωρήθηκε ἕνα «πράγμα», χωρὶς ἰδιαίτερη ἀξία, μέσον γιὰ τὴν ἐπίτευξι «ὑψηλῶν» σκοπῶν, ἕνα μόριο τῆς μάζας. Αὐτοὶ ποὺ μιλοῦν περισσότερο γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ποὺ μισοῦν περισσότερο τὸν πλησίον τους, τὸν γνωστό τους. Ἀγαποῦν τὸν ἄνθρωπο: πλάσμα τῆς φαντασίας τους, δὲν ἀγαποῦν τὸν ἄνθρωπο: πραγματικότητα. Αὐτὴ ἡ λατρεία τοῦ εἰδώλου «ἄνθρωπος» εἶναι στὴν πραγματικότητα ναρκισισμός, εἶναι ἡ λατρεία τοῦ «ἐγώ».
Θὰ ἦταν λοιπὸν ἀφέλεια νὰ πιστέψη κανεὶς ὅτι ἡ φιλειρηνικὴ διάθεσις ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἀνθρωπότητα σήμερα προέρχεται ἀπὸ ἀγάπη. Ὄχι! Τὰ περὶ ἀγάπης εἶναι ὑποκρισία ἢ αὐταπάτη. Ο πόθος τῆς εἰρήνης προερχεται ἀπὸ τὸ χάσιμο τῶν ἰδανικῶν, ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν ἀγάπη τῆς καλοπέρασης. Είναι ὁ πόθος νὰ μᾶς ἀφήσουν ἥσυχους νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθά τῆς γῆς. Εἶναι ἡ κατὰ συνθήκην συνεργασία γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀγαθῶν ποὺ χωριστὰ ὁ καθένας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκτήση. Εἶναι ἡ παγκόσμιος συνεννόησις πάνω σε κάτι ποὺ ἔγινε τὸ πάθος ὁλοκλήρου της γῆς: τὴν φιληδονία καὶ τὴν φιλοϋλία. Εἶναι προϊόν τῆς ἀνάγκης.
Ἡ εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία μιλάει σήμερα ὁ Ῥσμος ειναι ἡ ἄνευ ὅρων συνθηκολόγησις κάθε καλοῦ καὶ μεγάλου καὶ ἡ ἐπικράτησις τῆς μικρότητος, τῆς μετριότητος καὶ τῆς χλιαρότητος. Εἶναι ἡ ἐξάλειψις τῆς προσωπικότητος τῶν ἀτόμων καὶ τῶν λαῶν. Εἶναι μία μαρμελάδα συμβιβασμῶν καὶ ὑπολογισμῶν, μία θάλασσα ὑποκρισίας, ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἡ προδοσία κάθε ἱεροῦ καὶ ὁσίου.
Ὁ πόλεμος εἶναι κάτι τὸ φοβερό, ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ τὸν ἐξυμνήση. Ὅμως ἡ εἰρήνη ποὺ παζαρεύει ὁ σύγχρονος κόσμος εἶναι κάτι ἀπείρως φοβερώτερο. Ὁ πυρετὸς εἶναι κάτι τὸ πολὺ δυσάρεστο, δείχνει ὅμως τουλάχιστον ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ἀντιδρᾶ στὸ κακὸ ποὺ τὸν βρῆκε. Η εἰρήνη ποὺ θέλουν νὰ φέρουν δὲν εἶναι δυστυχῶς ἐκείνη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν κατανίκησι τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἥττα. Εἶναι ἡ ἀπυρεξία τοῦ πτώματος.

Δὲν ὑπάρχει πιὰ σχίσμα, ἀλλὰ ὠκεανὸς σχίσματος
Στὴν προσπάθεια τοῦ κόσμου γιὰ εἰρήνευσι, οἱ λεγόμενοι Χριστιανοὶ παίζουν σημαντικὸ ρόλο. Μὲ τὸ σύνθημα «Χριστιανοὶ ἑνωθῆτε» ξεκινοῦν γιὰ τὸ παζάρι ὅπου θὰ πουληθῆ ἡ ἀλήθεια.
Κάποτε οἱ Χριστιανοὶ πίστευαν καὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν γιὰ τὴν πίστι τους. Σήμερα ὁ ζῆλος τους γιὰ τὴν ἀλήθεια ἔχει κρυώσει. Ἄρχισαν νὰ τὴν θεωροῦν σὰν κάτι τὸ δευτερεῦον. Βρίσκουν τὶς διαφορὲς τῶν «Ἐκκλησιῶν», γιὰ τὶς ὁποῖες ἄλλοτε πρόθυμα θυσιαζόντουσαν οἱ μάρτυρες, ἐξωρίζοντο οἱ Πατέρες, ἀκρωτηριάζονταν οἱ πιστοί, σὰν ἀσήμαντες καὶ ἀνάξιες λόγου.
Οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι νοσηροὶ καὶ ἀδιόρθωτοι αἰσθηματίαι, ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία δεοντολογία ποὺ ἀφορᾶ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Οἱ ἄλλοι ἐπιδιώκουν πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ σκοτεινὰ συμφέροντα. Όλοι μαζὶ κτίζουν τὴν πόλι τοῦ ἀντιχρίστου. Ζητοῦν τὴν ἕνωσι ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν ἀλήθεια, ζητοῦν τὸ ἐξωτερικὸ πλησίασμα ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ διάστασι, ζητοῦν τὸ γράμμα ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ πνεῦμα.
Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζουν ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀπέτυχε τοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ σχίσματος, θὰ ἐπιτευχθῆ τώρα ποὺ οἱ δογματικὲς διαφορὲς καὶ οἱ διαφορὲς τῆς νοοτροπίας ἔγιναν, μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, ἀπὸ χάσματα ὠκεανοί; 

Ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος ἐξουδετερώσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ
Πῶς ὅμως θὰ διδαχθοῦν οἱ Δυτικοὶ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία καὶ Ἀληθινὴ ὅταν τὴν βλέπουν νὰ συναναστρέφεται μὲ τὶς ψεύτικες «Ἐκκλησίες» σὰν ἴσος πρὸς ἴσον; Δὲν θὰ νομίσουν μᾶλλον ἔτσι πῶς ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι σὰν καὶ τὶς ἄλλες σχετικὴ καὶ μερική; …
Κολακεύουν μόνον τοὺς Ὀρθοδόξους, καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ τοὺς προσελκύσουν πρὸς τὸ μέρος τους. Αν εἶχαν πραγματικὴ νοσταλγία γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἤθελαν νὰ τὴν γνωρίσουν, δὲν θὰ εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ τὰ συμβούλια καὶ τὶς συνεδριάσεις. Θὰ πήγαιναν νὰ πιοὺν ἀπὸ τὶς πηγές της, ἀπὸ τοὺς Πατέρας καὶ τοὺς ἁγίους της. 
Ἀλλὰ γιατί συγκινοῦνται τόσο εὔκολα οἱ Χριστιανοί μας ἀπὸ τὰ κηρύγματα περὶ ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ἀντὶ νὰ γεμίζουν μὲ ζῆλο γιὰ τὴν μετάγγισι τῆς ἀληθείας σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ποῦ τόσο πολὺ τὴν στερήθηκε, πιπιλίζουν συνεχῶς τὴν καραμέλα τῆς εἰρήνης, ζυγίζοντας νὰ δοῦν ἂν εἶναι περισσότερα αὐτὰ ποῦ χωρίζουν ἢ αὐτὰ ποῦ ἑνώνουν τοὺς Χριστιανούς;
Γιατί στερηθηκαν οἱ ἴδιοι τὴν γνῶσι τῆς ἀλήθειας. Μέλη οἱ περισσότεροι κοινωνικὸ-χριστιανικῶν ὀργανώσεων καὶ ἀδελφοτήτων, κατηχήθηκαν ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια σὲ ἔνα ηθικο-φιλοσοφικὸ σύστημα μὲ ἐπίχρισμα χριστιανικό, ποὺ ἄφηνε νὰ ἐννοηθῆ ὅτι σκοπὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι νὰ ἐπιτύχη τὴν εἰρηνικὴ καὶ ἀγαπημένη συμβίωσι μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ αἰωνιότης καὶ ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ ἦταν πράγματα τόσο μακρινὰ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς αὐτοὺς καὶ συχνὰ τόσο ἀδιάφορα. Οἱ περισσότεροι, ὄντες ἐξωστρεφεῖς, ἄνθρωποι τῆς δράσεως, ἦλθαν στὸν Χριστιανισμὸ γιὰ νὰ βροῦν ἕναν ὠργανωμένον καὶ καθωδηγημένον modus vivendi, ἕναν τρόπο γιὰ νὰ ζήσουν ὡς καλοὶ καὶ τίμιοι πολίται ἐπάνω σε τούτη τὴ γῆ. Ο Θεὸς εἶναι γιὰ τοὺς τέτοιους ἀνθρώπους ὁ Μέγας Ὑπερέτης τῶν προσωπικῶν συμφερόντων τους, ἡ δὲ αἰώνιος ζωὴ μιὰ καλὴ ἀλλὰ εὐτυχῶς μακρινὴ ἐλπὶς ἀποκαταστάσεως. 
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώση τὸν ἐν τῷ πονηρὼ κείμενον κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώση τοὺς δικούς του ἀπὸ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ τοὺς τραβήξη ἀπὸ τὴν παράταξη τοῦ πονηροῦ, νὰ τοὺς ἑνώση μαζί του καὶ νὰ τοὺς θεώση κατὰ χάριν, καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς νὰ σώση ὁλόκληρο τὴν στενάζουσα κτίσι. Ὁ κόσμος βαδίζει τὸν δρόμο τοῦ θανάτου. Αὐτὸς εἶναι ἡ παράταξις τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσμου τούτου, ἡ παράταξις τοῦ ἐχθροῦ του Θεοῦ. «Οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ δι’ οὖς δέδωκας μοι».
Αὐτοὶ ὅμως ἐρωτοῦν περὶ τοῦ κόσμου, καὶ θυσιάζουν, γιὰ τὸ χατήρι τῆς διαβολικῆς αὐτῆς παρατάξεως ποὺ ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ σωθῆ, τὰ διαμάντια τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ βιοτής. Γιατί περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Δεν τὴν ζητάει ὁ Χριστὸς τὴν λεγόμενη «ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν», ἀλλὰ ὁ κόσμος. Δὲν ζητάει ὁ Χριστὸς τὴν ἕνωσι τῆς ψευτιᾶς μὲ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ὁ κόσμος, ποὺ ζητάει νὰ νοθεύση τὴν ἀλήθεια, νὰ τὴν κάνη σχετικὴ καὶ μερική. Γι’ αὐτὸ ὅταν ἡ συζήτησις ἔλθη γιὰ τὴν ἕνωσι «τῶν Ἐκκλησιῶν», βλέπει κανεὶς νὰ τὴν ὑποστηρίζουν μὲ ἐνθουσιασμὸ ἄνθρωποι ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν ἐνδιαφέρθηκαν γιὰ τὰ τῆς θρησκείας. Ἡ ἕνωσις εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος ἐξουδετερώσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ ἀνεκάλυψε ἡ παράταξις τοῦ διαβόλου, ἡ ἀρχὴ τοῦ ξεφτίσματός του καὶ ἡ ὑποταγή του στὰ θελήματα τὴ πολιτικῆς, ἡ μετατροπή του σὲ ὑπηρέτη τῶν συμφερόντων τοῦ κόσμου.
Μὲ τὴν ἕνωσι ὁ Χριστιανισμὸς ἴσως νὰ ἀποκτήση μεγαλύτερη κοσμικὴ ἰσχύ, θὰ χάση ὅμως ὅλη τὴν πνευματική του δύναμι, αὐτὴν ἀκριβῶς ποὺ ἐνοχλεῖ τὸν κόσμο. Μήπως δὲν ἔγινε ἤδη αὐτὸ μέσα στὴν Καθολικὴ «Ἐκκλησία»; Ἡ δίψα τῶν Παπικῶν γιὰ κοσμικὴ ἰσχὺ τοὺς ἔκανε νὰ κατεβοῦν στὸν στίβο τῶν πολιτικῶν ἑλιγμῶν, ἀπ’ ὅπου βγῆκαν ὑπηρέται τῶν μεγάλων πολιτικῶν ρευμάτων. 

Ἡ μαρτυρία τοῦ Μακρυγιάννη
Τὶς πρῶτες ἑνωτικὲς τάσεις τῶν Βυζαντινῶν ἀρχόντων μὲ τὴν Ρωμαϊκὴ πλάνη ἀνέκοψε, εὐτυχῶς, ἡ στάσις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ὑποδούλωσις τοῦ Βυζαντίου στοὺς Τούρκους. Μόλις ὅμως τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος βρῆκε τὴν ἐλευθερία του, ὁ παλαιὸς πειρασμὸς ξανακτύπησε τὴν πόρτα του. Οἱ γνήσιοι Ἕλληνες, ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ καὶ τῶν παραδόσεων, ἀντιστάθηκαν στὴν ἀρχὴ στὸ ρεῦμα τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ. Ἤσαν ὅμως ἀγράμματοι καὶ παρ’ ὅλον ὅτι αὐτοὶ εἶχαν δώσει τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν ἐλευθερία αὐτῆς τῆς χώρας, γρήγορα παραγκωνίστηκαν ἀπὸ τους ξενόφερτους γραμματισμένους, ποὺ μαζὶ μὲ τὴν οἴησι ποὺ δίνει ἡ ἡμιμάθεια, εἶχαν καὶ τὴν δύναμι τῆς Αὐλῆς τοῦ Ὄθωνος.
«…Αὐτῆνοι κατάντησαν τὴν πατρίδα καὶ τὴν θρησκείαν καὶ κλονίζεται ἀπὸ τοὺς ἄθρησκους. Εἰς τὸν καιρὸν τῆς Τουρκιᾶς μίαν πέτρα δὲν πείραζαν ἀπὸ τὰ παλιοκκλήσια, κι αὐτῆνοι οἱ ἀπατεῶνες σύνδεσαν τὰ συμφέροντά τους μὲ τοὺς μολεμένους Φαναριῶτες κι ἄλλους τοιούτους, ὁπού ἦταν εἰς τὴν Εὐρώπη μόλεμα, καὶ μᾶς χάλασαν τὰ μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησίες μας – μαγαρίζουν μέσα, κι ἄλλες ἔγιναν ἀχούρια. Ἀπὸ τοὺς τοιούτους γερωμένους πολλοὺς πάθαμεν αὐτά, κι ἀπὸ τοὺς τοιούτους λαϊκούς, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς, ἀφοῦ χύσαμεν ποταμοὺς αἵματα, κιντυνεύομεν νὰ χάσωμεν καὶ τὴν πατρίδα μας καὶ τὴν θρησκεία μας». (Μακρυγιάννη: Ἀπομνημονεύματα, σέλ. 398).
Αὐτοὶ οἱ ἡμιμαθεῖς μορφωμένοι περιφρονησαν τὸν ἑλληνικὸ λαὸ μὲ τὸ πάθος κάθε πεμπτοφαλαγγίτου. Περιφρόνησαν τὴν γλώσσα του, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμά του, τὴν νοοτροπία του. Ἔβαλαν ὅλα τους τὰ δυνατὰ νὰ νοθεύσουν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς του, νὰ ἀλλοιώσουν τὶς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας του, νὰ μπολιάσουν τὸ κοσμικὸ πνεῦμα καὶ τὸν ὀρθολογισμὸ ἐπάνω στὸ ἁγιασμένο δέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ τόσους αἰῶνες εἶχε μείνει ἀμόλυντο κάτω ἀπ’ τὸν βάρβαρο κατακτητή. Γιὰ νὰ κτυπήσουν τὴν Ἐκκλησία κατάκαρδα, κτύπησαν τὰ μοναστήρια της. Ἄλλα ἔκλεισαν, ἄλλων τὴν περιουσία ἐστέρησαν, σὲ ἄλλα ἔστειλαν ἡγουμένους «προοδευτικοὺς» ποὺ τὰ διέλυσαν εὐκολώτερα ἀπὸ κάθε δίστομο κρατικὴ μάχαιρα. …

Ἐπέκταση τῆς διαφθορᾶς : ἡ πίστη τοῦ ἐργαστηρίου
Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ ἄρχισε νὰ μεταποιῆται πρὸς τὸ εὐρωπαϊκώτερο γιὰ νὰ μεταπέση στὴν θεατρικὴ τετραφωνία. Οἱ εἰκόνες ἄρχισαν νὰ φαίνωνται πολὺ αὐστηρὲς καὶ ἄσχημες στὰ μάτια τῶν γυναικαρίων τῶν «ἀνωτέρων» τάξεων, ποὺ ζητοῦσαν «γλυκεῖς Ἰησοῦς» γεμάτους συγκατάβασι γιὰ τὶς ἀνομίες τους καὶ ἀνίκανους νὰ προκαλοῦν τὸ δέος καὶ τὸν σεβασμό. Τὰ γένεια καὶ τὰ μαλλιὰ τῶν ἱερωμένων ἄρχισαν νὰ ἐνοχλοῦν, καὶ αὐτοί, ἀνταποκρινόμενοι στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ σύγχρονου κοινοῦ, ἄρχισαν νὰ καλλωπίζωνται. … Οἱ θεολόγοι καὶ οἱ μέλλοντες ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς δὲν ἐκκολάπτοντο μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς φυσικῆς τους μητέρας, ἀλλὰ μέσα στοὺς κόλπους ἑνὸς κρατικοῦ Πανεπιστημίου γεμάτου ἀπὸ ὀρθολογιστικὴ δυσωδία καὶ πνευματικὴ ρηχότητα, χωρὶς καμμία δυνατότητα νὰ γευθοῦν στὴν πράξι τὴν μυστικὴ ἐν Χριστῷ ζωὴ τῆς ἁγιότητος, ποὺ μόνη ἀναδεικνύει πραγματικοὺς θεολόγους. Φύτρωσαν ἔτσι σὰν ζιζάνια μέσα στὴν Ἐκκλησία θεολόγοι ποὺ εἶχαν τὰ μυαλὰ γεμισμένα μὲ πολλὲς φιλοσοφικὲς θεωρίες προτεσταντικῆς ἢ ρωμαϊκῆς προελεύσεως, ἀλλὰ τὶς καρδιὲς κενὲς ἀπὸ τὸ βίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦταν ἀνίκανοι νὰ δοῦν τὸ χάσμα ποὺ χωρίζει τὴν Ἀνατολικὴ ἀπὸ τὶς Δυτικὲς «Ἐκκλησίες». Τὸ θεωροῦσαν ζήτημα δογματικῶν διατυπώσεων, ἀλλὰ ὄχι ζήτημα ζωῆς καὶ οὐσίας. Γι’ αὐτοὺς ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ ἦταν σειρὰ συναισθηματικῶν καταστάσεων καὶ ἠθικῶν πράξεων. Τὸ ἴδιο ὅμως εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ γιὰ τοὺς Δυτικούς. Ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ, τὸ βίωμα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ κατοίκησις δηλαδὴ τῆς ἀληθείας μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τοὺς ἦταν ἄγνωστη. Αὐτοὶ ὅταν μιλοῦν γιὰ ἀλήθεια ἐννοοῦν τὸ ξηρὸ δόγμα. Τὸ δόγμα ὅμως, τόσο γι’ αὐτοὺς ὅσο καὶ γιὰ τοὺς Δυτικούς, ἦταν ἕνας ξεχωριστὸς κόσμος ἐγκεφαλικῶν διατυπώσεων, ἀρκετὰ ἐνοχλητικός, τὴν ἀξία τοῦ ὁποίου, ὕστερα ἀπ’ αὐτὴν τὴν διάσπασι τῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστεως, ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐκτιμήσουν.
Τὰ θεμέλια λοιπὸν ἐπάνω στὰ ὁποῖα θὰ ἔκτιζαν γιὰ νὰ ὑπερασπισθοῦν τὴν Ὀρθοδοξία τους, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ καλοπροαίρετοι ἀπὸ τοὺς θεολόγους μας, ἦταν σαθρότατα. Εἶναι φοβερό, ὅταν ἀναλογισθῆ κανείς, ὅτι ἐπάνω σ’ αὐτὰ τὰ σαθρὰ θεμέλια ἔχει κτισθῆ ὁλόκληρη ἡ σύγχρονη ἑλληνικὴ θρησκευτικότης. Γιατί, ἐνῶ κάποτε ἡ θρησκευτικότης τοῦ λαοῦ ἐπήγαζε ἀπὸ τὶς Μονὲς καὶ αὐτὲς εἶχε γιὰ πνευματικὸ ἀποκούμπι καὶ καθοδήγησι, στὸ ἑλληνικὸ βασίλειο ἡ θρησκευτικότης θεμελιώθηκε ἐπάνω στὸν θεολόγο ποὺ περιγράψαμε, ἱερωμένο ἢ λαϊκό.
Ὁ θεολόγος αὐτός, μιμούμενος τὰ δυτικὰ πρότυπα, ὠργάνωσε ἀδελφότητες καὶ χριστιανικὲς ἑνώσεις καὶ πῆρε στὰ χέρια του τὸ κήρυγμα καὶ τὴν κατήχησι. Καὶ ἐνῶ πρὶν ἡ θρησκευτικότης ἑνὸς τόπου εἶχε σὰν κέντρο τῆς τὸ μοναστήρι τῆς περιοχῆς καὶ τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν διέφερε σὲ τίποτε ὁ Χριστιανὸς τοῦ Α΄ τόπου ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ τοῦ Β΄ τόπου, γιατί ὅλοι ἦταν τὸ ἴδιο παιδιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τώρα ὁ θεολόγος ὠργάνωσε τὴν φατρία, καὶ ἔτσι σ’ ἕναν καὶ τὸν αὐτὸ τόπο ὑπάρχουν Χριστιανοὶ τῆς Α΄ φατρίας καὶ Χριστιανοὶ τῆς Β΄ φατρίας, πάντοτε ἀντίδικοι καὶ ὑποβλεπόμενοι, χωρισμένοι – χωρὶς οἱ ἴδιοι νὰ καταλαβαίνουν ποιὲς εἶναι οἱ διαφορές τους.
Καὶ ὅμως, μ’ ὅλα αὐτὰ τὰ μίση καὶ τὰ μεταξύ των σχίσματα, οἱ φατρίες εἶναι σύμφωνες πῶς ὅσον ἀφορᾶ τοὺς Δυτικοὺς «περισσότερα εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἑνώνουν παρὰ ἐκεῖνα ποὺ μᾶς χωρίζουν» καὶ «πρέπει νὰ βλέπουμε αὐτὰ ποὺ μᾶς ἑνώνουν καὶ νὰ παραβλέπουμε αὐτὰ ποὺ μᾶς χωρίζουν». Βλέπουν δηλαδὴ πιὸ εὔκολη τὴν ἕνωσι καὶ τὴν ἀγάπη μὲ τοὺς Δυτικοὺς «ἀδελφούς» τους ποὺ οὔτε τοὺς εἶδαν οὔτε τοὺς γνώρισαν ποτέ, παρὰ μὲ τοὺς ὀρθοδόξους συμπολίτες καὶ γείτονες, ποὺ καὶ βλέπουν καθημερινῶς καὶ γνωρίζουν. Ἀλλὰ εἴπαμε: οἱ ἄνθρωποι σήμερα κόπτονται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ τὴν ἀφηρημένη ἀγάπη τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν στιγμὴ ποὺ εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἀγαπήσουν τὸν πλησίον τους.

Τί ἕνωση ζητάει ὁ Χριστός;
Ἀλλὰ ἃς καταλάβουν ὅσοι μὲ τόση ἐλαφρότητα μιλοῦν γιὰ Ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν, πως η ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δῶρον μυστικόν τῆς θείας παρουσίας. Δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἀποφασίζεται σὲ συνέδρια, ἀλλὰ κάτι ποὺ ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει. Καμμία ἀπόφασις τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαναγκάση τὸν Θεό.
Ἀσφαλῶς τύποις ἡ ἕνωσις μπορεῖ νὰ γίνη καὶ νὰ ἀρχίσουν ὅλοι νὰ δηλώνουν, Προτεστάνται, Καθολικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι, πῶς τώρα πιὰ εἴμαστε μιὰ Ἐκκλησία καὶ νὰ μνημονεύουμε ἐμεῖς τὸν Πάπα Ρώμης καὶ ὁ Πάπας Ρώμης τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ἐὰν συμφωνήσουν ὅλοι ἐπάνω σε ἕνα «ἐλάχιστο ἀληθείας», ἐπάνω σε ἕνα «πιστεύω» ἁπλουστευμένο, καὶ κανονισθοῦν καὶ μερικὰ ἄλλα ζητήματα, μπορεῖ νὰ γίνη ἡ ἕνωσις. Θὰ γίνη ἕνα σύστημα νομικῶς καὶ τυπικῶς ἰσχῦον, ἕνα σύστημα ὅμως ποὺ δὲν θὰ ἔχη καμμία σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καὶ ἂν ὅλα τα ἐξωτερικὰ φαινόμενα τὸ κάνουν νὰ μοιάζη μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται». Όταν δὲν ὑπάρχουν στοὺς ἀνθρώπους οἱ προϋποθέσεις τῆς Παρουσίας Του, ὁ Θεὸς δὲν ἔρχεται στοὺς ἀνθρώπους.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ἦταν ποτὲ ἕνα σύστημα ἀνθρώπινο. Η Ἐκκλησία γεννήθηκε, δὲν κατασκευάσθηκε. Οἱ συζητήσεις τῶν ἀνθρώπων μποροῦν νὰ κατασκευάσουν κάτι καὶ νὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνομα «Ἐκκλησία». Αὐτὸ ὅμως τὸ κατασκεύασμα θὰ εἶναι κάτι χωρὶς ζωή. Ἡ ζωντανὴ Ἐκκλησία δὲν θὰ ἔχη καμμία σχέσι μ’ αὐτό. …
Δὲν χάθηκε κάθε ἐλπίδα
Εὐτυχῶς, μέχρι σήμερα, ὅλες οἱ παρεκκλίσεις ἀπὸ τὴν Παράδοσι ποὺ περιγράψαμε δὲν ἔχουν ἀποκόψει τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀπὸ τὴν ρίζα τους. Τὸ δέντρο παραμένει ζωντανὸ καὶ ἀκμαῖο, παρ’ ὅλα τα φτιασίδια ποὺ τοῦ ἔχουνε προσθέσει. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δὲν ἔχουν ξεραθῆ, ὅπως ἔγινε μὲ τὶς «Ἐκκλησίες» τῆς Δύσεως. Λίγο ἂν τινάξης τὴ σκόνη ποὺ ἔρριξε τὸ κοσμικὸ πνεῦμα ἐπάνω τους θὰ βρῆς τὰ δροσερὰ φύλλα τῆς γνήσιας Παραδόσεως. Ἡ Παράδοσις δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ ζῆ καὶ νὰ ἰσχύη μέσα στὸν περίβολο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὑπάρχουν ἀκόμη μοναχοὶ ποὺ ζοῦν τὸν ὀρθόδοξο Μοναχισμό. Ὑπάρχουν ἀκόμη γνήσιοι θεολόγοι ποὺ δὲν ἔχουν νοθεύσει τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ τὴν κρατοῦν λαμπερὴ καὶ ὁλοκάθαρη, μακριὰ ἀπὸ κάθε ξένη προσμιξι. Ὑπάρχουν ἀκόμη βυζαντινοὶ ψαλτάδες καὶ γνήσιοι συνεχισταὶ τῆς ὀρθοδόξου εἰκονογραφικῆς παραδόσεως. Ὑπάρχουν ἀκόμη ἱερεῖς σὰν τοὺς παλιούς, ἀφοσιωμένοι στὸ ἱερό τους λειτούργημα, ποὺ ἡ συνεχὴς ἐπαφή τους μὲ τὸν Θεό, δὲν τοὺς ἀφήνει τὸ στενοχωρεθοῦν ἀπὸ τὰ μακριὰ γένεια καὶ τὰ μαῦρα ράσα, ἀλλὰ τὰ κάνει νὰ ἀκτινοβολοῦν ἁγιότητα. Ὑπάρχει ἀκόμη ἁπλὸς λαὸς ποὺ ἀξιώνεται νὰ δὴ θαύματα φοβερά.
Ἡ γνήσια Παραδοσις λοιπὸν – ἡ ζωή, τὰ βιώματα καὶ ἡ διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ὅλων τῶν ἐποχῶν, τὰ ἴχνη αὐτὰ τῶν βημάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα στὶς καρδιὲς τῶν Χριστιανῶν – ὑπάρχει καὶ συνεχίζεται, ζωντανὴ ἀνάμεσά σε ζωντανούς, χωρὶς καμμία διακοπῆ ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους. Ὑπάρχει μία συνεχὴς ἁρμονία σ’ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῶν ὀρθοδόξων ὅλων τῶν ἐποχῶν μέχρι σήμερα, γραπτὲς καὶ ἄγραφες, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ χρυσοὺς κανὼν ἐπάνω στὸν ὁποῖον πρέπει ὁ καθένας νὰ μετράη τὶς σκέψεις καὶ τὰ ἔργα του γιὰ νὰ βλέπη ἂν βρίσκεται μέσα ἢ ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Μπορεῖ τὰ φαινόμενα νὰ δίνουν τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἔχει χαλάσει, ὅτι ἔχει διακοπὴ ἡ συνέχεια, ὅμως λίγο ἂν σκάψη κανείς, τὴν βλέπει νὰ ἀναβλύζη καὶ νὰ δροσίζη αὐτοὺς ποὺ τὴν ἀποζητοῦν...